Η τρέχουσα Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία συνάντηση αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων. Είναι μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές συναντήσεις των τελευταίων ετών, καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο που η διεθνής ασφάλεια αναδιαμορφώνεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η δημόσια συζήτηση αναμένεται να επικεντρωθεί στην επαναβεβαίωση της συλλογικής άμυνας, στη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία, στις αμυντικές δαπάνες και στη συνοχή της Συμμαχίας. Το ουσιαστικό διακύβευμα όμως είναι ποια κράτη θα διαμορφώσουν τον τρόπο λειτουργίας του ΝΑΤΟ την επόμενη δεκαετία και ποια θα περιοριστούν στο να ακολουθούν τις αποφάσεις των άλλων.
Η Συμμαχία εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου η ισχύς δεν μετριέται μόνο σε προσωπικό και οπλικά συστήματα. Μετριέται στην ικανότητα παραγωγής τεχνολογίας, στην ανθεκτικότητα της αμυντικής βιομηχανίας, στη στρατιωτική κινητικότητα, στην κυβερνοασφάλεια και στις τεχνολογίες διττής χρήσης. Η ασφάλεια ξεκινά πλέον από τα εργοστάσια, τα ερευνητικά εργαστήρια, τα λιμάνια και τις κρίσιμες υποδομές.
Η Τουρκία επιδιώκει να αξιοποιήσει τη σύνοδο για να ενισχύσει όχι μόνο τη διπλωματική της εικόνα αλλά και τη θέση της στις διεθνείς αλυσίδες αμυντικής παραγωγής. Η επένδυση σε UAV, αεροδιαστημική, ηλεκτρονικό πόλεμο και εξαγωγικό προσανατολισμό αποτελεί μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής που συνδέει τη βιομηχανία με την εθνική ισχύ.
Για την Ελλάδα, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι η γεωγραφία αλλά η αξιοποίησή της. Η Αλεξανδρούπολη, η Θεσσαλονίκη και συνολικά η Βόρεια Ελλάδα, η Σούδα, μπορούν να αποτελέσουν πυλώνες στρατηγικής κινητικότητας και εφοδιαστικής υποστήριξης, μόνο όμως εφόσον ενταχθούν σε έναν ενιαίο εθνικό σχεδιασμό.
Η χώρα χρειάζεται μια συνεκτική στρατηγική που να συνδέει την άμυνα, την οικονομία, την τεχνολογία και την καινοτομία. Η ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν μπορεί να περιορίζεται στην υποστήριξη υφιστάμενων συστημάτων. Πρέπει να συμμετέχει ενεργά στην ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων, αξιοποιώντας τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά ιδρύματα και τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η Ελλάδα οφείλει να διεκδικήσει πιο ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτικών της Συμμαχίας για τη νοτιοανατολική πτέρυγα, καταθέτοντας συγκεκριμένες προτάσεις για θαλάσσια ασφάλεια, ενεργειακή ανθεκτικότητα, προστασία κρίσιμων υποδομών και στρατιωτική κινητικότητα.
Η Σύνοδος της Άγκυρας δεν θα αλλάξει από μόνη της την ισορροπία ισχύος. Μπορεί όμως να επιταχύνει μια μετάβαση όπου η βιομηχανία, η τεχνολογία και η καινοτομία αποκτούν την ίδια σημασία με τις στρατιωτικές δυνατότητες. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι θα ανακοινωθεί στην Άγκυρα, αλλά αν η Ελλάδα είναι έτοιμη να προσαρμοστεί έγκαιρα στη νέα πραγματικότητα.
*Ο δρ Ευθυμιόπουλος είναι Director, Strategy International (SI) Ltd - Associate Professor of International Security and Strategy, Vytautas Magnus University, School of Politics and Diplomacy
Εφημερίδα Απογευματινή








