Άρθρο της Ι. Λυτρίβη στην «Α»: Σύνταγμα και συναίνεση: η ευθύνη της επόμενης ημέρας

Η ικανότητα συναίνεσης δεν είναι ένδειξη πολιτικής αδυναμίας. Είναι ένδειξη θεσμικής αυτοπεποίθησης
09:32 - 29 Αυγούστου 2026
Σύνταγμα

Το Σύνταγμα οφείλει να μετρά τον πολιτικό χρόνο σε γενιές, ενώ η πολιτική συχνά τον μετρά σε εκλογικούς κύκλους. Γι’ αυτό η συνταγματική αναθεώρηση είναι μία από τις σπάνιες στιγμές, κοινοβουλευτικά, κατά τις οποίες καλούμαστε να κοιτάξουμε πέρα από την επικαιρότητα και τις ανάγκες της συγκυρίας, καθώς αυτή αφορά τη διάρκεια και την ποιότητα της Δημοκρατίας.

Το Σύνταγμα έχει διαφορετικό ορίζοντα και αποστολή από τους νόμους. Διαμορφώνει το σταθερό θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η χώρα μπορεί να εξελίσσεται, ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις και οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν.

Γι’ αυτό κάθε αναθεώρηση συνιστά πρωτίστως άσκηση θεσμικής ευθύνης. Μας καλεί να διακρίνουμε τι πρέπει να παραμείνει σταθερό και τι χρειάζεται να αλλάξει, με κριτήριο την αντοχή των επιλογών μας στον χρόνο. Ακριβώς εδώ βρίσκεται και ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που ανέδειξε η διαδικασία: δεν κατορθώσαμε, ως πολιτικό σύστημα, να διαμορφώσουμε τις ευρύτερες συναινέσεις που θα άρμοζαν σε μια τόσο σημαντική θεσμική στιγμή.

Η ευθύνη γι’ αυτό είναι συλλογική — και η κυβέρνηση οφείλει πάντοτε να εξαντλεί τα περιθώρια διαλόγου και συνεννόησης. Η συναίνεση, όμως, χρειάζεται τουλάχιστον δύο. Προϋποθέτει τη διάθεση όλων να αναζητήσουν το σημείο στο οποίο η πολιτική διαφωνία δεν εξαντλείται στην -ενίοτε εκ προοιμίου- άρνηση, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε θεσμική σύγκλιση.

Αφού συναίνεση δεν σημαίνει ομοφωνία ούτε εγκατάλειψη των ιδεολογικών μας διαφορών. Το αντίθετο: η συναίνεση αποκτά πραγματική αξία ακριβώς εκεί όπου υπάρχει διαφωνία. Η δημοκρατική ωριμότητα βρίσκεται στην ικανότητα να ακούμε το επιχείρημα του άλλου και, παρά τις διαφορές μας, να αναζητούμε συνθέσεις με διάρκεια. Η ικανότητα συναίνεσης δεν είναι ένδειξη πολιτικής αδυναμίας. Είναι ένδειξη θεσμικής αυτοπεποίθησης.

Και όμως, ακόμη και εκεί όπου η πραγματικότητα έχει προχωρήσει ταχύτερα από την πολιτική μας συζήτηση, η συναίνεση αποδείχθηκε δύσκολη. Το άρθρο 16 είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί έναν εξαιρετικά περιοριστικό συνταγματικό κανόνα για τη μη κρατική ανώτατη εκπαίδευση, την ώρα που χιλιάδες νέοι επιλέγουν πανεπιστήμια του εξωτερικού και η χώρα έχει πολλά να κερδίσει από την προσέλκυση φοιτητών, ακαδημαϊκών και επενδύσεων στην εκπαίδευση.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι, λοιπόν, δημόσιο ή μη κρατικό πανεπιστήμιο. Είναι ποιο πανεπιστημιακό σύστημα χρειάζεται η Ελλάδα του 21ου αιώνα. Και η απάντηση είναι τόσο κρυστάλλινα ευκρινής: ένα σύστημα που επενδύει στην ποιότητα, την ακαδημαϊκή ελευθερία και την εξωστρέφεια, ενισχύοντας το δημόσιο πανεπιστήμιο και δημιουργώντας περισσότερες δυνατότητες για τους νέους και τη χώρα.

Το πανεπιστήμιο, σε μια εποχή όπου η γνώση αποτελεί τον σημαντικότερο μοχλό ανάπτυξης, είναι πυλώνας εθνικής στρατηγικής. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα θεσμικό πλαίσιο που θα ενισχύει αυτή τη δυναμική, θα δημιουργεί περισσότερες δυνατότητες συνεργασίας και θα επιτρέπει στη χώρα να εξελιχθεί σε έναν περιφερειακό κόμβο γνώσης, έρευνας και καινοτομίας.

Δυστυχώς, δεν κατορθώσαμε να επιτύχουμε αυτή τη -δύσκολη;- ισορροπία κάθε συνταγματικής αναθεώρησης: συνέχεια και αλλαγή. Να διαφυλάσσουμε όσα μας συγκροτούν και ταυτόχρονα να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις, ώστε η χώρα να εξελίσσεται. Τα Συντάγματα δεν γράφονται για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, γράφονται για την επόμενη εποχή. Και γι’ αυτό η αναθεώρησή τους απαιτεί από όλους μας να μπορούμε να κοιτάξουμε πέρα από τα όρια της παράταξης, και, εν τέλει, του εγώ μας.

*Η κυρία Λυτρίβη είναι βουλευτής Επικρατείας με τη ΝΔ, τ. υφυπουργός Παιδείας

Εφημερίδα «Απογευματινή»