Κάθε Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτελεί μια στιγμή πολιτικού απολογισμού αλλά και μια ευκαιρία να παρουσιαστεί στους πολίτες το σχέδιο για την επόμενη μέρα. Η φετινή παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ είχε, πέρα από τον χαρακτήρα των νέων μέτρων, ένα ακόμη βασικό μήνυμα: η οικονομική πολιτική μιας κυβέρνησης κρίνεται τελικά από το κατά πόσον οι εξαγγελίες της μπορούν να μετατραπούν σε συγκεκριμένες πολιτικές.
Ο πρωθυπουργός επέλεξε να παρουσιάσει ένα πακέτο παρεμβάσεων με έμφαση στη μείωση των φορολογικών βαρών, στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και στη στήριξη της οικογένειας και της κοινωνίας. Ενδεικτικά, στις εξαγγελίες περιλαμβάνονται ο μηδενικός φόρος για τρίτεκνους με εισόδημα έως 20.000 ευρώ, η αύξηση του επιδόματος για πολύτεκνες οικογένειες κατά 1.000 ευρώ για κάθε επιπλέον παιδί, η ενίσχυση των συνταξιούχων με 400 ευρώ καθώς και ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά», με ισόποση κρατική συνεισφορά έως 1.200 ευρώ τον χρόνο για κάθε παιδί. Παρεμβάσεις που επικεντρώνονται τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον, μόνιμα μέτρα που επιστρέφουν στους Έλληνες πολίτες όσα αποδίδει η ελληνική οικονομία και τους επιτρέπουν να αισιοδοξούν για ένα καλύτερο μέλλον. Το ζητούμενο, βεβαίως, δεν είναι μόνο το ύψος και το είδος των μέτρων. Είναι η δυνατότητα εφαρμογής τους χωρίς να διακυβεύεται η δημοσιονομική ισορροπία.
Αυτό είναι ίσως και το βασικό σημείο διαφοροποίησης από μια λογική πολιτικού ανταγωνισμού που περιορίζεται στην παράθεση υποσχέσεων. Στον δημόσιο διάλογο των τελευταίων ετών τόσο ο Νίκος Ανδρουλάκης όσο και ο Αλέξης Τσίπρας έχουν παρουσιάσει προτάσεις με σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος, οι οποίες έχουν προκαλέσει συζητήσεις σχετικά με την πληρότητα της κοστολόγησής τους και τις δημοσιονομικές τους συνέπειες. Σε μια χώρα που πλήρωσε ακριβά στο παρελθόν τον εκτροχιασμό των δημόσιων οικονομικών, τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται επιπόλαια. Τα «λεφτόδεντρα» και η «βροχή δισεκατομμυρίων», που κάποιοι προαναγγέλλουν μέσω των προτάσεών τους, όσο όμορφα και αν ακούγονται άλλο τόσο επικίνδυνα είναι για την κατάρρευση όλων όσων «έχτισαν» οι Έλληνες με τις θυσίες τους την τελευταία δεκαετία.
Ευτυχώς, οι πολίτες έχουν πλέον αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική ωριμότητα. Δεν αρκεί να ακούν τι θα δοθεί. Θέλουν να γνωρίζουν πώς θα χρηματοδοτηθεί, πότε θα εφαρμοστεί και αν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να μετατραπεί σε νέο βάρος για τις επόμενες γενιές.
Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο στοίχημα της κυβέρνησης. Η αξιοπιστία δεν κερδίζεται με μια ομιλία στη ΔΕΘ. Χτίζεται μέσω της συνέπειας ανάμεσα στις δεσμεύσεις και στις πράξεις, μέσα από μεταρρυθμίσεις, μετρήσιμα αποτελέσματα και υπεύθυνη διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.
Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να παρουσιάσει αυτήν ακριβώς τη λογική: ένα σχέδιο με συγκεκριμένες προτεραιότητες, δημοσιονομική επίγνωση και στόχο τη σταθερή βελτίωση της καθημερινότητας. Η πολιτική αντιπαράθεση θα συνεχιστεί. Στο τέλος, όμως, της ημέρας η επιλογή δεν μπορεί να είναι μόνο ανάμεσα σε περισσότερες ή λιγότερες υποσχέσεις. Είναι επιλογή ανάμεσα σε ένα σχέδιο που μπορεί να εφαρμοστεί και σε υποσχέσεις που ενδέχεται να αποδειχθούν ακριβότερες από όσο παρουσιάζονται.
Για μια χώρα που θέλει να κοιτάζει μπροστά, η αξιοπιστία, η σταθερότητα και η συνέπεια δεν είναι επικοινωνιακά συνθήματα. Είναι προϋποθέσεις διακυβέρνησης.
Ο κ. Βλάσης είναι υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και βουλευτής Αρκαδίας
Εφημερίδα Απογευματινή






