Πενήντα δύο χρόνια από την ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας, η επέτειος προσφέρει μια ευκαιρία όχι μόνο για αναδρομή στο παρελθόν αλλά κυρίως για προβληματισμό γύρω από το μέλλον. Γιατί η ιστορική διαδρομή μιας πολιτικής παράταξης αποκτά ουσιαστικό νόημα όταν συνομιλεί με τις ανάγκες της κοινωνίας και τα διακυβεύματα κάθε εποχής.
Το 1974 η Ελλάδα βρισκόταν μπροστά σε θεμελιώδεις ιστορικές προκλήσεις. Η εδραίωση της Δημοκρατίας, η αποκατάσταση της θεσμικής ομαλότητας και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας αποτέλεσαν κεντρικές προτεραιότητες. Η Νέα Δημοκρατία, από την ίδρυσή της από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, συνέδεσε την πολιτική της ταυτότητα με αυτές τις επιλογές, που καθόρισαν τη μεταπολιτευτική πορεία της Ελλάδας.
Σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, οι προκλήσεις είναι διαφορετικές. Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, η τεχνολογική επανάσταση και οι δημογραφικές μεταβολές διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο η σταθερότητα παραμένει αναγκαία, δεν αρκεί όμως από μόνη της. Η αξία της βρίσκεται στη δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και εφαρμογής πολιτικών με ουσιαστικό κοινωνικό αποτύπωμα.
Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει καταγράψει πρόοδο στην οικονομία, στην απασχόληση, στον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους και στη διεθνή παρουσία της. Πρόκειται για εξελίξεις που αξίζει να αναγνωρίζονται, χωρίς να παραγνωρίζονται οι δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι πολίτες. Το κόστος ζωής, η παραγωγικότητα, τα εισοδήματα, το Δημογραφικό και η αποτελεσματικότητα του κράτους απαιτούν συγκεκριμένες πολιτικές. Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλει την εκπαίδευση, την εργασία και την παραγωγή, καθιστώντας αναγκαία την επένδυση στις δεξιότητες, αλλά και τη θεσμική προσαρμογή.
Σε αυτήν τη συζήτηση η ιστορική παρακαταθήκη της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί σημείο αναφοράς, όχι όμως αυτονόητη εγγύηση για την ορθότητα κάθε σημερινής επιλογής. Οι αρχές που διαμόρφωσαν την πολιτική της ταυτότητα αποκτούν σύγχρονο περιεχόμενο μέσα από τις απαντήσεις που δίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας. Η πολιτική συνέχεια, επομένως, δεν εξαντλείται στη διατήρηση μιας ιστορικής ταυτότητας. Προϋποθέτει ανανέωση, αναγνώριση των αδυναμιών και διόρθωση των αστοχιών. Η πρόοδος δεν καταργεί την ανάγκη αυτοκριτικής. Αντίθετα, καθιστά ακόμη πιο επιτακτική τη λογοδοσία, τη συνέπεια και τη μετρήσιμη αποτελεσματικότητα.
Αυτή ακριβώς η σχέση ανάμεσα στην ιστορική συνέχεια και στη σύγχρονη πολιτική ευθύνη αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την αποτίμηση μιας κυβερνητικής περιόδου αλλά και τις διαφορετικές προτάσεις για την πορεία της χώρας. Και στην πολιτική δεν αρκεί να διατυπώνονται στόχοι, όσο εύλογοι ή δημοφιλείς και αν είναι. Χρειάζεται να εξηγείται πώς θα υλοποιηθούν, με ποιους πόρους, σε ποιο χρονοδιάγραμμα και με ποια κριτήρια θα αξιολογηθεί η επιτυχία τους. Η δημόσια συζήτηση έχει ανάγκη από συγκεκριμένες, τεκμηριωμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις. Αυτό είναι άλλωστε και το ουσιαστικό περιεχόμενο της πολιτικής λογοδοσίας: η δυνατότητα των πολιτών να κρίνουν τόσο τις δεσμεύσεις όσο και τα αποτελέσματα.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η ιστορική διαδρομή συνιστά ισχυρή παρακαταθήκη, δεν δημιουργεί δικαιώματα, αόριστα, στο παρόν και το μέλλον. Το παρόν και το μέλλον κρίνεται κάθε φορά από την ποιότητα των επιλογών, τη συνέπεια στην εφαρμογή τους και, τελικά, από το αποτύπωμά τους στη ζωή των πολιτών.
Η κυρία Λυτρίβη, PhD, είναι βουλευτής Επικρατείας με τη ΝΔ και τέως υφυπουργός Παιδείας
Εφημερίδα Απογευματινή











