Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, την εγκατάσταση προσφύγων στην Αττική και την ανοικοδόµηση προσφυγικών οικισµών (Νέα Φιλαδέλφεια, Νέα Ιωνία
κ.ά.), οι µεγάλες κοινωνικές αλλαγές που συντελέστηκαν διαµόρφωσαν νέες συνθήκες και δεδοµένα που ευνόησαν τη διάδοση της λαϊκής µουσικής µε τη λειτουργία µουσικών λαϊκών κέντρων στην περιφέρεια της Αθήνας. Το ρεµπέτικο τραγούδι εµπλουτίστηκε µε τις µουσικές και τα ακούσµατα της Μικρασίας (σµυρναίικα, πολίτικα κ.ά.) που έφεραν µαζί τους οι πρόσφυγες µε την πληµµυρίδα των Μικρασιατών µουσικών, οι οποίοι έπαιξαν σηµαντικό ρόλο στη διαµόρφωση του µεσοπολεµικού ρεµπέτικου και πρώτου µεταπολεµικού λαϊκού-ρεµπέτικου τραγουδιού.
Στη διάδοση του τραγουδιού συνέβαλε και η εµφάνιση (αυτή την περίοδο) του φωνόγραφου.
Το Μενίδι ήταν τόπος υποδοχής και άνθησης αυτών των τραγουδιών. Οι Μενιδιάτες ανέκαθεν αγαπούσαν και είχαν ιδιαίτερους δεσµούς µε τη λαϊκή µουσική
και τον χορό. Στα µουσικά δρώµενα της περιοχής έπαιζαν κοµπανίες µε πολλούς πρόσφυγες µουσικούς, δύο από τους οποίους εγκαταστάθηκαν στο Μενίδι και ήταν οι σύνδεσµοι µε τους οµότεχνούς τους. Πρόκειται για τον Μιχάλη Βαρτανιάν (πατέρα του Στέφανου Βαρτάνη) και τον Γιώργο Ατταλίδη (θείο του Στράτου Ατταλίδη), που έπαιζαν ούτι.
Μετά τον πόλεµο, και ιδιαίτερα µετά το 1950, κυριάρχησαν οι λαϊκές ορχήστρες µε πρωταγωνιστή το µπουζούκι.
Στην πλατεία
Η λειτουργία µουσικών κέντρων στην πλατεία του Μενιδίου συνδέεται και οφείλεται στις πολιτιστικές, κοινωνικές και οικονοµικές αλλαγές που συντελέστηκαν
στα µέσα της δεκαετίας του 1920 στη γραφική κοινότητα, που την καθιέρωσαν σε τόπο αναψυχής, παραθερισµού και διακοπών, λόγω του υγιεινού και ξηρού κλίµατος.
Εργα εξωραϊσµού και κοινής ωφελείας υλοποιήθηκαν από τον προοδευτικό κοινοτάρχη Πέτρο Παπαδηµητρίου (ηλεκτροφωτισµός, δηµόσια ουρητήρια, λειτουργία ταχυδροµείου-τηλεγραφείου-τηλεφωνείου κ.ά.), ενώ παράλληλα εκτελέστηκαν από την πολιτεία σηµαντικά οδικά έργα (ανακατασκευή και ασφαλτόστρωση λεωφόρου Μενιδίου, ολοκλήρωση διάνοιξης λεωφόρου Πάρνηθος) που βελτίωσαν σηµαντικά το οδικό δίκτυο της περιοχής και διευκόλυναν τις µετακινήσεις και την κυκλοφορία των οχηµάτων.
Σηµειώθηκε σηµαντική οικονοµική πρόοδος που ενισχύθηκε από τη συµµετοχή πολλών Μενιδιατών στις εργασίες ανοικοδόµησης των προσφυγικών συνοικισµών.
Πάνω σε αυτά τα δεδοµένα ήλθαν ως εποικοδόµηµα πρωτόγνωρες αλλαγές στην ψυχαγωγία και διασκέδαση, µε τη λειτουργία τριών µουσικών κέντρων.
Το καφέ αµάν του Μήτσου Κατάρα
Το πρώτο µουσικό κέντρο στο Μενίδι ήταν το καφέ αµάν του Μήτσου Κατάρα. Το άνοιξε γύρω στα 1923-24 µε συνεταίρο αρχικά τον ιδιοκτήτη του µαγαζιού Γιώργο Τριβέλλα ή Γιούργια και µετά τους Κωνσταντίνο Γκρίτση ή Τρέλα και Γιώργο (Χειλέ) Τζάρη.
Ηταν ένα ταπεινό µαγαζάκι βορειοδυτικά της πλατείας, µε γαλλικά κεραµίδια, είσοδο µια παλιά δίφυλλη ξύλινη πόρτα και δύο µικρά παράθυρα. Επίπλωση: ένας µπουφές, ψάθινες καρέκλες και ξύλινα τραπέζια.
Στους θαµώνες πρόσφεραν ούζο καραφάκι, κονιάκ, µπίρα ποτήρι, µε τα σχετικά συνοδευτικά. ∆ιέθετε και ναργιλέδες που τραβούσαν αρκετοί πελάτες που
ήταν κυρίως Μενιδιάτες. Τουαλέτα δεν υπήρχε και οι πελάτες ουρούσαν σε µια άκρη στο βάθος του µαγαζιού, και για να µη µυρίζει έριχναν ροκανίδι.
Κάθε Σαββατοκύριακο είχε όργανα και χορεύτριες µε ντέφι, τις γκαρσόνες όπως τις ονόµαζαν. Τις έφερναν από την Αθήνα και τον Πειραιά. Πάνω σε ξύλινο
πάλκο έπαιζαν και τραγουδούσαν οι: Γρηγόρης Ασίκης (ούτι), Μήτσος Ατραΐδης (σαντούρι) κι ένα βιολί. Τραγουδούσε ο Βαγγελάκης Σωφρονίου και για µικρό διάστηµα ο Κώστας Καρύπης, φίρµα της εποχής που τραγουδούσε για πολύ καιρό στο κέντρο του Μουρούζη, στην οδό Αθηνάς. Επίσης ο Παναής Βουρλιώτης, γυρολόγος µουσικός, που έπαιζε ούτι και τραγουδούσε αµανέδες, όχι στο πάλκο αλλά από τραπέζι σε τραπέζι.
Στο πρόγραµµα επικρατούσε το αλά τούρκα, µε πολλούς αµανέδες και λαϊκά-ρεµπέτικα της εποχής.
Εκείνη την περίοδο επισκέφτηκε το καφέ αµάν ο Πίκινος, ιδιοκτήτης της ονοµαστής µπιραρίας στο Θησείο. Σε µια γωνία του «αµάν» είχε το κουρείο του ο Μήτσος Νίκας, ή «Τροµάρας», µια καρέκλα, καθρέφτη, τα λουριά µε τη λεπίδα και άλλα σύνεργα. Το µαγαζί δούλευε µέχρι τα µεσάνυχτα ως «αµάν» και γύρω στις πέντε το
πρωί ξανάνοιγε ως καφενείο.
Περνούσαν µε τα κάρα τους οι Μενιδιάτες, παράγγελναν καφέ (είχε δύο δραχµές) που τον έπιναν µε δύο ρουφηξιές πάνω στο κάρο και έφευγαν βιαστικοί για τις εργασίες τους (οι περισσότεροι δούλευαν για την ανοικοδόµηση της Nέας Φιλαδέλφειας, απασχόληση αρκετά προσοδοφόρα).
Το 1926 ο Μήτσος Κατάρας µεταφέρει το καφέ αµάν στο απέναντι µαγαζί, του Βούλγαρη, µε συνεταίρο τον Μήτσο Κατσανδρή. Ηταν κι αυτό ένα ισόγειο
παλιό κεραµοσκεπές µαγαζάκι µε ξύλινο πάτωµα και υπόγειο.
Τα µουσικά σχήµατα απαρτίζονταν από Μικρασιάτες οργανοπαίκτες και χορεύτριες: Νίκος Στεφανίδης (κανονάκι), Γιώργος Ατταλίδης (ούτι), Μιχάλης
Βαρτανιάν (ούτι), Μήτσος Μαγνήσαλης (βιολί), Γιώργος Πατίδης (βιολί), ο γύφτος Κωνσταντινουπολίτης Μήτσος (κλαρίνο), η Τουρκάλα τραγουδίστρια Φατµέ µε το ντέφι και η θρυλική τραγουδίστρια-χορεύτρια Τακουί.
Οι παρέες χόρευαν µε παραγγελία δίνοντας «χαρτούρα» στους µουσικούς, κανόνας που τηρούνταν αυστηρά. Το 1927 ο Μήτσος Κατάρας υποχρεώνεται να φύγει από το Μενίδι για σοβαρό ηθικό οικογενειακό πρόβληµα και το µαγαζί υπολειτουργεί µε άλλους που άφησε στο πόδι του, εισπράττοντας ένα µικρό τίµηµα. Ερχόταν
κατά περιόδους στα κλεφτά να δει πώς πηγαίνει το µαγαζί και τα χωράφια του. Μια µέρα του ’28 τον βρήκε στo αµπέλι του η πιρούνα του Χάρου. Στων αγγέλων τα σαντουρόβιολια «µετακόµισε» ο Μήτσος και µπήκαν σιδερένιες αµπάρες στην παλιόπορτα του καφέ αµάν.
Στη νότια πλευρά της πλατείας του Μενιδίου, ο Ηλίας Παγώνας, ή Λιακο-Μπίλιας, ανοίγει
το 1924, ως µουσική µπιραρία πολυτελείας, το καφενείο του Γιώργη Χατζηπέτρου, ένα όµορφο δίπατο νεοκλασικό.
Στο ισόγειο η µπιραρία και από πάνω χαρτοπαιχτική λέσχη. Συνεταίρο είχε τον Γιώργο ∆αµάσκο µε τον οποίο δούλεψαν γύρω στα 1920 σε µουσικό κέντρο στον Βοτανικό.
Θαµώνες της µπιραρίας ήταν κυρίως Μενιδιάτες, αλλά και γνωστοί του µαγαζάτορα από άλλα µέρη. Λειτουργούσε καθηµερινά και τα Σαββατοκύριακα, τις Απόκριες και τις γιορτές µε όργανα, τραγουδιστές και χορεύτριες.
Επαιζαν ο Μπαρµπα-Γρηγόρης (βιολί), η κόρη του Αδαµαντία (τραγούδι) και ο γιος του Μιχάλης (σαντούρι). Μετά, για ένα διάστηµα, οι: Γρηγόρης Ασίκης (ούτι), Φύσσας (ακορντεόν), Μήτσος Καλλίνικος, ή Αραπάκης (σαντούρι-τραγούδι), Ογδοντάκης (βιολί), Μιχάλης Βαρτανιάν (ούτι) και σε σύντοµα περάσµατα ο ∆ηµήτρης
Σέµσης ή Σαλονικιός (βιολί) κ.ά. Την παράσταση, όµως, έκλεβε η αισθησιακή τραγουδίστρια Μίνα, από το Βαθύ της Σάµου, την οποία αργότερα παντρεύτηκε ο µαγαζάτορας. Η µπιραρία λειτούργησε έως το 1925.
O Λιακο-Μπίλιας έφυγε από το Μενίδι και συνέχισε τη δραστηριότητά του σε άλλα µέρη (Λαµία, Αθήνα κ.ά.) και κατέληξε στη Φραγκοκκλησιά (Μαρούσι)
όπου έφτιαξε κατοικία και µεγάλη ταβέρνα, όπου σύχναζαν πολλοί µάγκες και γνώριµοί του από τα παλιά. Αλλά τον έπνιξαν τα χρέη, του πήραν οι τοκογλύφοι την ταβέρνα, η Μίνα αρρώστησε και πέθανε και ο µπαρµπα-Λιας, όντας µάγκας και ευαίσθητος, έκοψε την ανάσα
στην άχαρη ζωή του.
Το κοινοτικό περίπτερο (Παράγκα)
Το 1925 η κοινότητα Αχαρνών κατασκευάζει στο βορειοανατολικό µέρος της πλατείας περίπτερο (ένα παράπηγµα, που το έλεγαν Παράγκα) για ψυχαγωγία των επισκεπτών-παραθεριστών, που εκµισθώθηκε για εκµετάλλευση στους Πανάγο Γκίκα, Ευάγγελο Γκρίτση και Γ. Φυτά. Ηταν ένα µικρό δωµάτιο µε τσιµεντένια βάση, ξύλινα πλαϊνά, γαλλικά κεραµίδια, µε µια µικρή είσοδο και δύο µικρά παράθυρα. Στο εσωτερικό ένας µικροχώρος µε 4-5 τραπεζάκια, τις ανάλογες καρέκλες και στο
βάθος µια κουζινίτσα. Στις δόξες της, όµως, ήταν τα καλοκαίρια µε απλωµένα 100 τραπέζια και 500 καθίσµατα σε όλο τον χώρο της δροσερής πλατείας.
Πρόσφεραν αναψυκτικά, καφέ, γλυκά ταψιού, µπίρα βαρελίσια σε ποτήρι, ούζο, διάφορα άλλα ποτά, όχι όµως κρασί. ∆ιέθετε και ναργιλέδες. Θαµώνες ήταν Μενιδιάτες, Αθηναίοι και κυρίως Πειραιώτες. Ανάµεσά τους καί επώνυµοι επισκέπτες ή παραθεριστές, όπως ο φιλόλογος-γλωσσολόγος Αχιλλέας Τζάρτζανος, ο δήµαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης, ο στρατηγός Γιάννης Στριφτός µε τις κόρες του Ροδία και Τιτίκα, ο υπουργός-στρατιωτικός Περικλής Μπούµπουλης,
ο στρατηγός-δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος, ο καθηγητής Ιστορίας-ακαδηµαϊκός Γεώργιος Μέγας, που είχε διατελέσει και σχολάρχης στο Μενίδι και
νυµφεύτηκε Μενιδιάτισσα, ο κατόπιν καθηγητής Αρχαίων Ελληνικών του Πανεπιστηµίου Αθηνών Π. Λορεντζάτος, ο κατόπιν καθηγητής Εµπορικού ∆ικαίου του Πανεπιστηµίου Αθηνών Κ. Ρόκας κ.ά.
Πολύ σηµαντικό για τα αυστηρά ήθη της εποχής ήταν η παρουσία γυναικών στην Παράγκα. Κάτι που επιτρεπόταν στις ντόπιες µόνο στο πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής. Οι µουσικοί έπαιζαν πάνω σε σανιδένιο πάλκο. Τους θαµώνες διασκέδαζαν και ψυχαγωγούσαν αρχικά ο Μπαρµπα-Γρηγόρης (βιολί), ο γιος του Μιχάλης (σαντούρι) και η κόρη του Αδαµαντία, που τραγουδούσε.
Το καλοκαίρι του 1927 αγοράζεται πιάνο µε πρώτο πιανίστα τον ∆ηµητριάδη που παίζει κυρίως ευρωπαϊκή µουσική (βαλς, µαζούρκες, φοξ κ.ά.) αλλά και
διάφορα ταξίµια και φαντασίες πάνω σε λαϊκά θέµατα. Το 1927 την Παράγκα αναλαµβάνουν συνεταιρικά οι Πανάγος Γκίκας και Μήτσος Βησσαράκης.
Κυριακάτικη Απογευματινή











