Όταν «Παράγκα» και «∆ροσιά» έγραφαν χρυσή ιστορία

Από τα θρυλικά κέντρα του Μενιδίου πέρασαν όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής και ανδρώθηκαν μουσικά καλλιτέχνες που στην πορεία μεγαλούργησαν και δόξασαν το ελληνικό πεντάγραμμο
12:44 - 27 Απριλίου 2026
H εμβληματική Ρόζα Εσκενάζυ πέρασε από τα πάλκα του Μενιδίου

Τα λαϊκά κέντρα στο Μενίδι έχουν τη δική τους ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ελληνικού πενταγράµµου, όπως αναφέραµε στο προηγούµενο αφιέρωµά
µας, και σήµερα θα συνεχίσουµε την ξενάγηση σε εκείνες τις δύσκολες, αλλά αγνές µουσικά εποχές. Το 1928 άρχισε επίσηµα εκεί την καριέρα του ο λαϊκός βάρδος Κώστας Ρούκουνας, γεγονός που αναφέρεται στο βιβλίο των Τάσου Σχορέλη και Μίµη Οικονοµίδη, «Ενας ρεµπέτης – Κώστας Ρούκουνας ‘‘Σαµιωτάκι’’», Αθήνα, σελ. 74-75. «Το πρώτο Σαββατοκύριακο µετά τη δοκιµή (σ.σ. εννοεί την πρώτη πρόβα του Ρούκουνα µε την κοµπανία που την αποτελούσαν οι σαντουριέρηδες Θόδωρος Κουλαντριτζής και Χατζηαντωνίου, ο Λάζαρος λαούτο κι ένα βιολί) ο Κώστας Ρούκουνας γίνηκε µέλος της κοµπανίας των συµπατριωτών του. Τον πήραν και πήγανε στο Μενίδι στο µαγαζί του Κίτσου Γκίκα.

«Στου Κιτσάρα κείνα τα βράδια έβγαλα τα πρώτα µου λεφτά σαν τραγουδιστής απ’ όταν ήρθα στην Αθήνα, 600 δραχµές. Στο µαγαζί του ανέβηκα κι άλλες φορές στα κατοπινά χρόνια. O Κιτσάρας ήταν όµορφος άντρας και µπεσαλής, λεβεντόπαιδο. Πραγµατικός Μενιδιάτης. ∆εν ξέρω τα σηµερινά παιδιά πώς κουρτίζουν το µπουζούκι τους στο Μενίδι. Οµως εκείνα τα χρόνια οι Μενιδιάτες ήντουσαν άντρες µε τα όλα τους. Και φίλοι. Σε βάζαν στο σπίτι τους και σου δίνανε και πετρέλαιο να τους βάλεις φωτιά να τους κάψεις άµα το γούσταρες. Βίρα µη λάχαινε και τους πάταγες τον κάλο».

Στην «Παράγκα» δούλεψαν κατά περιόδους σηµαντικοί πιανίστες. Οι Μήτσος Μέρτικας, Μανώλης Μαµουνάς ή Τούρκος, Βαγγέλης Ησυχόπουλος (που έκανε το πιάνο σαν κανονάκι, χτυπώντας τις χορδές µε επικρουστήρες) και ο τυφλός πιανίστας Ευδόκιµος. Συχνά µαζί τους ήταν ένας βιολιστής (Γιάννης ∆ιαµαντόπουλος)
και µια τραγουδίστρια. Για καιρό τραγούδησε η Αγγέλα. Από την «Παράγκα» πέρασαν η θρυλική Ρόζα Εσκενάζυ και η τραγουδίστρια-χορεύτρια Τακουί, που ξεσήκωνε τον κόσµο όπου εµφανιζόταν. Τους µουσικούς έκλειναν στο µουσικό καφενείο «Η Μικρά Ασία», στην οδό Αθηνάς 33, και έδρα του σωµατείου των µουσικών «Η αλληλοβοήθεια».

Το 1930 η «Παράγκα» γκρεµίζεται και στη θέση της χτίζεται ένα υπερυψωµένο δωµάτιο (περιστύλιο) µε άσπρα τούβλα και κεραµοσκεπή, που κάλυπτε µια
µικρή βεράντα (κιόσκι) µε χαµηλό ξύλινο προστατευτικό. Επάνω στη βεράντα υπήρχε το πιάνο και καθόταν η ορχήστρα.

Τότε την ανέλαβε ο Τάσος Ράπτης και λίγο αργότερα µε δηµοπρασία τα ανίψια του Γιώργος και Σπύρος, που συνέχισαν στα χνάρια των προηγούµενων τη λειτουργία της. Καθηµερινά είχε µουσική και τα Σαββατοκύριακα τραγουδιστές, που ξενυχτούσαν τους θαµώνες µέχρι τις πρωινές ώρες. Επισκέπτες από
Αθήνα, Πειραιά αλλά και αξιωµατικοί από Ν. Φιλαδέλφεια, ο γλωσσολόγος Εµµ. Κριαράς µε τη γυναίκα του Ροδία, η κόρη του στρατηγού Στριφτού, που
παραθέριζαν για χρόνια στο Μενίδι, κ.ά. Μέχρι εδώ φθάνουν και ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης µε τον φίλο του Μήτσο Παπανικολάου.

Το περίπτερο διέθετε και φωνόγραφο µε δίσκους 78 στροφών, µε ένα µεγάφωνο κρεµασµένο από ένα γυρτό πεύκο κοντά στη βορεινή πρόσοψη του Αγίου Βλασίου. Ακούγονταν άριες από γνωστές όπερες («Αΐντα», «Τόσκα», «Ριγολέτο», «Ναµπούκο» κ.ά.) που άρεσαν σε σπουδαγµένες κυρίες και δεσποινίδες. Μαζευόταν πολύ κόσµος.

Χόρευαν και ευρωπαϊκούς χορούς που ήταν της µόδας. Είχε ανοίξει ένα χοροδιδασκαλείο µε µια ροµβία ο Ζακυνθινός Μανδηλάς, κι αργότερα άλλα δύο.

Είχαν µια ξένη κυρία για ντάµα και µάθαιναν οι νέοι της εποχής ευρωπαϊκούς χορούς. Μέσα στο περίπτερο για ένα διάστηµα λειτουργούσε και κουρείο.

Στον Αϊ-Γιάννη

Σε µικρή απόσταση από την πλατεία του Μενιδίου, σε µια ειδυλλιακή τοποθεσία, µε τρεχούµενα νερά, πυκνή βλάστηση και πλατάνια, στον περίβολο του βυζαντινού ναΐσκου του Αϊ-Γιάννη του Νηστικού, λειτούργησε το εξοχικό κέντρο «Η ∆ροσιά» που έγραψε σελίδες δόξας στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού.

Υπήρξε ένα από τα σηµαντικότερα λαϊκά κέντρα της εποχής του. Ξεκίνησε ως οικογενειακό αναψυκτήριο-καφεζυθεστιατόριο (1934-1949) και καθιερώθηκε ως κέντρο λαϊκής µουσικής (1950-1961). Ηταν ο ωραιότερος θερινός κήπος λαϊκού µουσικού κέντρου της δεκαετίας του 1950. Επαναλειτούργησε σε νέες κτιριακές εγκαταστάσεις από το 1963 έως το 1970, χωρίς όµως τη γραφικότητα της πρώτης περιόδου.

Το 1933 κατασκευάστηκε µε έξοδα της ενορίας του Ι.Ν. της Κοιµήσεως Θεοτόκου (Παναγία) ένα µικρό κεραµοσκεπές κτίσµα στον ιδιόκτητο περίβολο του βυζαντινού ναΐσκου του Αϊ-Γιάννη του Νηστικού, στην οδό Λιοσίων (δηµοσιά που συνδέει το Μενίδι µε τα Ανω Λιόσια), το οποίο εκµίσθωσε σε ιδιώτες ως αναψυκτήριο, αφ’ ενός για να έχει έσοδα η εκκλησία και αφ’ ετέρου για να εξυπηρετεί τους παραθεριστές και περιπατητές τους θερινούς µήνες. Πρώτοι ενοικιαστές ήταν οι Μενιδιάτες: Κωνσταντίνος Γκρίτσης ή Τρέλας και Θεοφάνης Μουστακάτος ή Φανατασάκος, που γρήγορα αποσύρονται και το υπενοικιάζουν για 5 χρόνια στον Βασίλη Νίκα, έµπειρο σερβιτόρο και καφετζή, που σύντοµα το διαµορφώνει και το οργανώνει σε ένα πανέµορφο οικογενειακό αναψυκτήριο και του δίνει τον τίτλο «Καφεζυθεστιατόριον η ∆ροσιά».

Το κέντρο διέθετε στην αυλή πίστα για χορό, γραµµόφωνο µε δίσκους 78 στροφών και ραδιόφωνο που η µουσική του ακουγόταν σε όλο το Μενίδι. Οι πελάτες χόρευαν, επί παραγγελία, τον δίσκο της αρεσκείας τους. Πρόσφερε φαγητό της ώρας, κρασί, µπίρα και διάφορα ποτά. Γίνονταν γλέντια, αρραβώνες, γάµοι, βαφτίσια, µε χορούς και τραγούδια. Η φήµη του κέντρου είχε απλωθεί σε όλη την Αττική, γι’ αυτό δούλευε καλά χειµώνα-καλοκαίρι.

Έρχονταν πολλές οικογένειες και παρέες, κυρίως το καλοκαίρι, από Αθήνα, Πειραιά, Μεσόγεια. Επώνυµοι επισκέπτες ήσαν ο εφοπλιστής Πατέρας
µε µεγάλες παρέες µε κιθάρες, ο στρατιωτικός Αλέστας, ο Γεωργιάδης κ.ά.

Τον χειµώνα επειδή το µαγαζί ήταν µικρό, σαν κουτουκάκι, µαζεύονταν γνωστοί καί φίλοι του µαγαζάτορα. O B. Νίκας, παρότι φιλόµουσος, δεν έβαλε ποτέ ζωντανή ορχήστρα, σύχναζαν όµως εκεί διάφοροι τοπικοί οργανοπαίκτες που έπαιζαν για τη διασκέδαση της παρέας, όπως ο αξιόλογος Μενιδιάτης µπουζουξής Στάθης
Κακαντάς (Γιώργος Λιόσης).

Το 1939 ανανεώνεται το ενοικιαστήριο και η «∆ροσιά» συνεχίζει να δουλεύει ακόµα και στην Κατοχή, όπου σύχναζαν εκεί Ιταλοί καραµπινιέροι.

Το 1942 ο Νίκας φυλακίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο από τους Ιταλούς, γιατί έκρυψε στο κέντρο έναν Ελληνοκύπριο αντιστασιακό, και το κουµάντο στο µαγαζί έκανε η µάνα του, Ελένη Νίκα, µε τη βοήθεια των σερβιτόρων. Γλιτώνει την εκτέλεση και αποφυλακίζεται µε την αποχώρηση των Ιταλών το 1943.

Μετά τη λήξη του πολέµου το µαγαζί αρχίζει να συγκεντρώνει, όπως και προπολεµικά, πολύ κόσµο.

Το 1949 αποσύρεται ο Β. Νίκας και το κέντρο αναλαµβάνουν για ένα χρόνο οι Νίκος Νίκας και Γιάννης Καβαλλιέρος, και το 1950 ο Γιώργος Γκρίτσης ή
Νικήτας, γνωστός µαγαζάτορας καφενείου της πλατείας Μενιδίου, που αποφασίζει να λειτουργήσει το αναψυκτήριο ως µουσικό κέντρο µε λαϊκή ορχήστρα. Ετσι αρχίζει η µουσική περίοδος της «∆ροσιάς», που θα γράψει σελίδες στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Λαϊκό κέντρο

O Νικήτας δούλεψε το κέντρο από τα µέσα του ’50 έως και το ’51. Το καλοκαίρι του 1950 στήνεται το πρώτο πάλκο µε τη λαϊκή ορχήστρα του ρεµπέτη Μιχάλη ∆ασκαλάκη. Παραθέτουµε συνοπτικά τη µαρτυρία του.

«Ηµουν πολύ φίλος µε τον Νικήτα γι’ αυτό µετά τον πόλεµο δούλεψα 4-5 φορές διήµερα στο καφενείο του, ‘‘Το πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής’’. Το
1950 δούλεψα στη ‘‘∆ροσιά’’ επί Νικήτα και συνέχισα για 3-4 θερινές σεζόν όταν την πήρε ο Γκίκας (Μπρέκας). Εκείνη την περίοδο ήταν µαζί µου, δύο σεζόν, ο Τάκης Μπίνης, ο Γιώργος Ροβερτάκης, ο Μηνάς (πιάνο), ο Γιάννης Ψωµιάδης (τυφλός πιανίστας), ο Γιώργος Λούκας, ο Γιώργος Γοζανίδος (κιθάρα),
ο Κώστας Λάβδας (τυφλός πιανίστας). Ερχόταν πολύς κόσµος από Πειραιά και Αθήνα. Το 80% των θαµώνων. Ηταν το καλύτερο θερινό µαγαζί της εποχής».
Αρχές του 1951, το µαγαζί «Η ∆ροσιά» το αγοράζει από τον Νικήτα ο ∆ηµήτρης Γκίκας ή Μήτσος Μπρέκας, πληθωρική φιγούρα µαγαζάτορα που δέσποζε για περίπου είκοσι χρόνια στη σκιά του πάλκου της «∆ροσιάς». Οπως έχει πει ο ίδιος:

«Αρχές του χειµώνα του 1951 αγόρασα το µαγαζί για 230 λίρες. Το κτίσµα ανήκε στην ενορία της Παναγίας και πλήρωνα σ’ αυτήν ενοίκιο. Ηταν εξοπλισµένο µε καρέκλες, τραπέζια κ.λπ. κι εγώ συµπλήρωσα ό,τι άλλο χρειαζόταν. Το µαγαζάκι ήταν ένα µικρό δωµάτιο µε κεραµίδια, µε 70 τραπέζια, κουζίνα, αλλά είχε µια αυλή µεγαλείο! O Νικήτας νοµίζω είχε βάλει µια φορά και όργανα. Το καλοκαίρι του 1952 ξεκίνησα, λόγω γνωριµίας, µε τον Μιχάλη ∆ασκαλάκη που δούλεψε συνέχεια
για 2-3 σεζόν. Στο πιάνο ήταν ο Ροβερτάκης και µπουζούκι ο Οδυσσέας. Το µαγαζί πήρε αµέσως… φωτιά. Ερχότανε πολύς κόσµος. Τις καθηµερινές λιγότεροι, αλλά τα Σαββατοκύριακα δεν έπεφτε καρφίτσα. Μέχρι πίσω απ’ το εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη βάζαµε τραπέζια να εξυπηρετήσουµε τους πελάτες, 70-80 τραπέζια απλωµένα στην αυλή και στον περίβολο της εκκλησίας. Είχε γίνει γνωστό στόµα µε στόµα, αλλά έκανα και διαφήµιση σε εφηµερίδες και ραδιόφωνο. Γύρω γύρω
είχε καλαµιές και καφασωτά να µη βλέπουν οι απέξω».

Κυριακάτικη Απογευματινή