Αρχές του 1951 το µαγαζί «Η ∆ροσιά» το αγοράζει από τον Νικήτα (Γιώργο Γκρίτση) ο ∆ηµήτρης Γκίκας ή Μήτσος Μπρέκας, πληθωρική φιγούρα µαγαζάτορα που δέσποσε για µια
εικοσαετία στη σκιά του πάλκου της ιστορικής µουσικής ταβέρνας. Ο Μήτσος Μπρέκας αφηγήθηκε:
«Το µαγαζί πρόσφερε σουβλιστά αρνιά, κοκορέτσι, κρεατικά της ώρας στη σχάρα, σαλατικά, τυριά, φρούτα και από ποτά, εκτός από το κρασί, µπίρες, σαµπάνια, τζιν, κονιάκ, βεσοπέ, και σπάνια ουίσκι. O πολύς ο κόσµος τότε έπινε κρασί, όχι όπως σήµερα που όλοι πίνουν ουίσκι… ∆ούλευα πολύ καλά χειµώνα-καλοκαίρι. Από τη “∆ροσιά” ξεκίνησαν πολλοί καλλιτέχνες.
Θυµάµαι τον Μιχάλη Μενιδιάτη νεαρό, που ήρθε για δουλειά γύρω στο ’53 ή ’54. Εγώ τον βοήθησα! Ηταν ο Μπίνης τότε τ’ όνοµα του µαγαζιού. Τον βοήθησε κι αυτός. Κι ο Σπυράκης ο Λιόσης στο µπουζούκι από δω ξεκίνησε λίγο αργότερα. Κι άλλοι πολλοί… Τα µεροκάµατα των τραγουδιστών τα συµφωνούσα µε τον επικεφαλής µαέστρο ή τραγουδιστή κι αυτός τα ’βρισκε µε τους υπόλοιπους. Μόνο ο Καζαντζίδης µου ’χε ζητήσει 1.200 δραχµές µεροκάµατο και το κόστος της ορχήστρας ξεχωριστά. Και το δέχτηκα. Αλλά η δουλειά ναυάγησε και για να µη
µείνω αµανάτι έκλεισα τον Μπιθικώτση, που ήρθε κι έµενε στο Μενίδι. Αν θυµάµαι καλά ήταν το 1958 (σ.σ. το 1956-57 το κέντρο δούλεψε για λίγο ο Χρήστος Μαρίνης ή Καραλής και το 1958 το ανέλαβε πάλι ο Γκίκας).
»Στο µαγαζί ερχόντουσαν πολλοί επώνυµοι από τον καλλιτεχνικό και επιχειρηµατικό κόσµο, όπως ο Αντώνης κι ο Τάσος Βλάχος µε τον Μάρκο Βαµβακάρη, η Μπέλλου, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Μάνθος Γραβαράς όταν αποφυλακίστηκε, ο Ανδρέας Γαλατσάνος, στρατιωτικός, ο Βασίλης Κανελλόπουλος (αξιωµατικός), σχεδόν όλοι οι λεσχειάρχες της
πλατείας Οµονοίας και οι µαγαζάτορες των Αθηνών, ο Παντελής Σιάνος, ο Λάζαρος Μητροπέας, ο Παρµενίων Καραµαλέκος, ο Καράµπαµπας, µαγαζάτορας από το Αίγιο, ο Λίβας που γνώρισα στη φυλακή, στρατιωτικοί, µάγκες και δε συµµαζεύεται. Ολοι οι µαγαζάτορες της εποχής ερχόντουσαν στη “∆ροσιά” κι εγώ πήγαινα σ’ αυτούς: στου Μπερτζελέτου, στου Χειλά, στου “Τζίµη του Χοντρού”, στο “Ροσινιόλ” κι αλλού. Στο παλαιό µαγαζί έµεινα µέχρι το 1967 , όταν το γκρέµισε η ενορία, όµως είχα αγοράσει κολλητά δικό µου οικόπεδο κι έχτισα το 1962 την καινούργια “∆ροσιά” που την ξεκίνησα το 1963. Εφερνα και τότε όργανα, όχι όµως συνέχεια, µέχρι το 1967-68. Μετά το σταµάτησα και το δούλευα µόνο σαν ψησταριά µε δίσκους τζουκ µποξ, και επειδή ήταν µεγάλο µου το ζήτησαν για βαπτίσεις, αρραβώνες και γάµους».
O Τάκης Μπίνης, από τους σηµαντικότερους λαϊκούς τραγουδιστές εκείνης της εποχής, έχει καταθέσει κι αυτός τις αξέχαστες αναµνήσεις του από τη «∆ροσιά»:
«Η “∆ροσιά” του Μήτσου Μπρέκα ήταν ο ωραιότερος κήπος των Αθηνών. Οι φυσικές οµορφιές ασύγκριτες, γύρω γύρω ρυάκια µε τρεχούµενα νερά, αιωνόβια δέντρα στον περίβολο
ενός πανέµορφου ναΐσκου. Τις πρωινές ώρες µετά τη λήξη του προγράµµατος γινόντουσαν καταπληκτικές, ασύλληπτες από νου ανθρώπου συναυλίες πουλιών, που όλο το βράδυ φαίνεται µάζευαν τους ήχους της ορχήστρας. ∆ούλεψα δύο καλοκαίρια, το ’53 και το ’54 εκεί, µε Μιχάλη ∆ασκαλάκη, Γιώργο Λαύκα, τον Χρηστάκη και µουσικούς τους Αντώνη Μουστάκα (κιθάρα), Ρένα Γιαννουλάτου (πιάνο), Μιχάλη Σαλάµπη. Ηταν το µοναδικό κέντρο-φίρµα εκείνης της εποχής σε όλη την περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά. Στον χωµατόδροµο της
οδού Λιοσίων µπορούσες να δεις παρκαρισµένα 20-25 ταξί.
»Στο µαγαζί µαζεύονταν όλα τα µούτρα, αφάν γκατέ της πρωτεύουσας. Επισκέπτες διάφοροι λεφτάδες, παλικαράδες, νταήδες, µάγκες, αλλά και άνθρωποι που τους άρεσε η βραδινή διασκέδαση, όπως στρατιωτικοί, βιοµήχανοι κ.λπ. Θυµάµαι τους Μαράτο, Μανούσο, Λευτέρη Μπότση, Μεντενίδη (λεσχειάρχες της πλατείας Συντάγµατος), τον Νικολαΐδη (τον επονοµαζόµενο Καλµόλ, ιδιοκτήτη της εταιρείας φαρµάκων ΦΑΡΕΛ), τον Ανδρεάδη (εισαγωγέα), τον Τσιρίγο (ιδιοκτήτη εργοστασίου ελαστικών Γκούντα), τον Λούρµπινο, τον Μανιάτη
από την Κόρινθο, τον Λυµπέρη, τον Βασίλη Πετρόπουλο, τους Κατελαναίους, τον Ντίνο Μαργαρίτη, τον Σαράντο Ρουµελιώτη, τον Φώτη Πίκουλα, τον Βασίλη Ξυπολητάκο που είχε το κέντρο “Ζέφυρος” στο N. Ηράκλειο, και πολλούς άλλους. Με το ηλιοβασίλεµα η ορχήστρα ήταν στο πάλκο κι άρχιζε το πρόγραµµα που τελείωνε το χάραµα. Πολλές φορές δουλεύαµε και µε τον ήλιο, έχοντας ξηµερώσει.
»Το ρεπερτόριο: λαϊκά τραγούδια, αλλά ενδιάµεσα και κανένα δηµοτικό, καλαµατιανός ή συρτός, κι αν ήθελε ο κόσµος “Κοµπαρσίτα”, “∆υο πράσινα µάτια”, “Τα κύµατα του ∆ουνάβεως” κ.ά. Αλλά κυρίως τραγουδούσαµε λαϊκά τραγούδια της εποχής, τα περισσότερα ζόρικα νταηλίδικα, όπως: “Στη φυλακή κατάδικος / γιατί είναι ο κόσµος άδικος”, “Σύρτε και φέρτε τον παπά / να πω τα κρίµατά µου“, “Τα καβουράκια”, “Εδώ παπάς, εκεί παπάς”, “Ενας αλήτης πέθανε”, “Καρδιά παραπονιάρα”, “Θα κάνω ντου βρε πονηρή” και άλλα… Τα περισσότερα σουξέ δικά µου. Τα µεροκάµατα δεν ήταν µεγάλα, 750 δραχµές περίπου, αλλά είχε όµως χαρτούρα, 600-700, µπορεί και 7.000 δραχµές τη βραδιά, πολλά λεφτά!
»Φαντάσου, είχε η λίρα τότε 150 δραχµές – µε την αναπροσαρµογή 300! Είχε πελατεία η “∆ροσιά” που άφηνε λεφτά. Το µαγαζί έγινε γνωστό στόµα µε στόµα και λιγότερο από τις εφηµερίδες και το ραδιόφωνο. Ολοι οι πελάτες ήταν γνωστοί και φίλοι, καθώς και όλοι οι Μενιδιάτες. Τότε έµενα στο Μενίδι. Οι Μενιδιάτες ήντουσαν σοβαροί, αλλά άµα τους προκαλούσαν είχαν ψυχή. Αψηφούσαν τον κίνδυνο. Οσοι ήρθαν να πουλήσουν µαγκιά έπαθαν χουνέρι. Οποιος τολµούσε να κάνει παρατυπία δερνότανε. Είδα τους µεγαλύτερους µάγκες της εποχής να
εξευτελίζονται στη “∆ροσιά”.
Θυµάµαι αρκετούς Μενιδιάτες: τον Σάλτα (Βαγγέλη ∆έδε), τον Καρδερίνα (Τάσο Κατσανδρή), τον Βασίλη Ντούρο, τον Γιώργο Γκολέµη, τον Νικήτα, τον Μήτσο Βησσαράκη. Το ’54 βγάλαµε στο πάλκο και τον Μιχάλη Μενιδιάτη. Ηρθε ο αδερφός του ο Κοσµάς Καλογράνης και µου µίλησε για τον Μιχάλη, παρενέβη και ο Μπρέκας: “Το παιδί είναι δικό µας και θα το βοηθήσεις”. Ετσι κι έγινε. Την άλλη µέρα ο Μιχάλης, άπειρος και µε τρακ, ήταν στο πάλκο µαζί µας µε το µπουζούκι του. Μας συµπαθούσε και η Μπακούρενα, µετρέσα της εποχής, που µας έστελνε κοπέλες ασυνόδευτες κι έπιαναν τραπέζι. Τις γυναίκες δεν τις ενοχλούσε κανείς γιατί ήταν κράχτες πελατών…
»Η “∆ροσιά” είδε µεγάλες δόξες. Μάζευε πολύ κόσµο. Υπήρχαν τότε κι άλλα µαγαζιά µε µεγάλη πελατεία: του Καλαµατιανού, του Νικολάου στις Τζιτζιφιές που ’γινε µετά το “Φαληρικόν” του Μαργωµένου. Αλλά εκεί ήταν αλάνες σκέτες µπροστά στη θάλασσα, µια ουρά τα τραπέζια, µια γαλαρία από κάτω. Ενώ η “∆ροσιά” ήταν ένας πίνακας ζωγραφικής µε τον Αϊ-Γιάννη στη µέση… Μπαίναµε µέσα και κάναµε κανένα τσιγαρλίκι».
Ο Μιχάλης Μενιδιάτης, γέννηµα-θρέµµα του Μενιδίου, έκανε το ντεµπούτο του στη «∆ροσιά» για το οποίο είχε πει:
«Η “∆ροσιά” ήταν το πρώτο βήµα της καλλιτεχνικής µου ζωής. Αν δεν υπήρχε δεν ξέρω αν θα είχα γίνει τραγουδιστής! Ηταν το ’54 που ανέβηκα στο πάλκο της και έτσι άρχισε η καριέρα µου. Με βοήθησε πολύ ο Μπρέκας, αλλά και ο Τάκης Μπίνης. Εκεί ξαναδούλεψα το 1958 µε Μπιθικώτση, Κλουβάτο, Μπακάλη, Ζαγοραίο, και το 1967 ή ’68 στη νέα “∆ροσιά”, στο πανηγύρι
της Ζωοδόχου Πηγής, µε τον Γιάννη Πουλόπουλο. Θυµάµαι πως έβρεχε και τις δύο µέρες καταρρακτωδώς! Το καλοκαίρι του 1967 στο νέο µαγαζί της “∆ροσιάς” έπαιζε η ορχήστρα του Γεράσιµου Κλουβάτου, µε τους Ζωή Νάχη, Βασίλη Βασιλειάδη (ακορντεόν), ∆ηµήτρη Γκούτη και τον νεαρό Γιάννη Μωραΐτη (µπουζούκι)».
Στη «∆ροσιά» εµφανίστηκαν οι συνθέτες και τραγουδιστές: Μιχάλης ∆ασκαλάκης, Τάκης Μπίνης, Γιώργος Λαύκας, Χρηστάκης, Πρόδροµος Τσαουσάκης, Στράτος Παγιουµτζής, Λουκάς
Νταράλας, Απόστολος Καλδάρας, Μπάµπης Μπακάλης, Γεράσιµος Κλουβάτος, Σπύρος Ζαγοραίος, Μιχάλης Μενιδιάτης, Μαίρη Ζανέτ, Ζωή Νάχη, ∆ηµήτρης Γκούτης, Στράτος Κυπραίος, Στράτος Ατταλίδης, Λεονάρδος Μπουρνέλης, Σπύρος Καλφόπουλος, Ανθούλα Αλιφραγκή.
Πιανίστες: Γιώργος Ροβερτάκης, Γιάννης Ψωµιάδης, Κώστας Λάβδας, Μηνάς Πορτοκάλης, Ρένα Γιαννουλάτου.
Κιθαρίστες: Αντώνης Μουστάκας, Μιχάλης Σαλάµπης, Γιώργος Γοζαδίνος κ.ά.
Μπουζουξήδες: Οδυσσέας Κρεούζης, Σπύρος Λιόσης, Γιάννης Μωραΐτης κ.ά. Ακορντεονίστες: Λέλα Παπαδοπούλου, Γιώργος Κουλαξίδης, Βασίλης Βασιλειάδης, Νίκος Παπαντωνίου, Σταµάτης Μπενέτας.
Η γραφικότητα της τοποθεσίας του Αϊ-Γιάννη και της «∆ροσιάς» είχε µαγέψει και πολλούς ανθρώπους των γραµµάτων και της τέχνης. O Αλέκος Λιδωρίκης επισκέφθηκε ένα βράδυ
το κέντρο, ενθουσιάστηκε και έγραψε χρονογράφηµα εκθειάζοντας τις οµορφιές της. O Κώστας Χατζηχρήστος διασκέδαζε συχνά µε µεγάλες παρέες.
O Αλέκος Σακελλάριος γύρισε εκεί σκηνές από την ταινία του «Η νύφη το ’σκασε», µε τους Τζένη Καρέζη, Νίκο Ρίζο, Θανάση Βέγγο, Κούλη Στολίγκα, Πέτρο Κυριακό. Μετά το 1968
η «∆ροσιά» λειτουργούσε ως εξοχική ψησταριά κι επειδή είχε µεγάλη αίθουσα γίνονταν συνεστιάσεις, αρραβώνες, γάµοι και βαφτίσια.
Μετά τη µεταπολίτευση του 1974 η αίθουσα χρησιµοποιήθηκε και για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Η Πνευµατική και Πολιτιστική Κίνηση Μενιδίου παρουσίασε εκεί τους συνθέτες Μίκη Θεοδωράκη και Γιάννη Μαρκόπουλο. O πρώτος παρουσίασε «Τα τραγούδια του αγώνα» µε τον νεαρό τότε Βασίλη Παπακωνσταντίνου και ο δεύτερος τους «Ελεύθερους πολιορκηµένους», του ∆. Σολωµού, µε τον Ηλία Κλωναρίδη.
Κυριακάτικη Απογευματινή







