Έπειτα από δύο χρόνια άνισης μάχης απέναντι στον καρκίνο, χθες το απόγευμα έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Καλογερόπουλος. Έχοντας κλείσει μόλις την 1η Αυγούστου τα 74. Καταξιωμένος ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής και τραγουδοποιός, με δική του φιλοσοφία, ποτέ δεν ενδιαφερόταν για το χρήμα αλλά για την τέχνη του. Βραβευμένος μεταξύ άλλων για τον ρόλο του στην εμβληματική ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα», όπου κέρδισε το βραβείο Β΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ξεχώρισε και για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στη βραβευμένη ταινία «Λούφα και παραλλαγή», αποσπώντας το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το δε «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη υπήρξε για τον ίδιο η ταινία -μαζί και το σάουντρακ- της ζωής του.
Γεννημένος στα Φιλιατρά, ξεκινώντας υποκριτική από τη σχολή θεάτρου του Κωστή Μιχαηλίδη, διέγραψε μακρά τηλεοπτική καριέρα. Ξεκίνησε από την εμβληματική σειρά-μεταφορά του διαχρονικού βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1975). Ακολούθησαν «Ο φωτογράφος του χωριού» (1977), «Οι παραστρατημένοι», η ιστορική «Μεθυσμένη πολιτεία» (1980), το επίσης ιστορικό «Χαίρε Τάσο Καρατάσο» (1985), «Όλη η δόξα, όλη η χάρη» (1989), «Στο κάμπινγκ» (1989) και «Ερασιτέχνης άνθρωπος» (1999).
Κινηματογραφική μορφή
Από τις πιο ξεχωριστές μορφές στον κινηματογράφο, μεσουράνησε στη δεκαετία του 1970. Στο παλμαρέ του είχε σπουδαίες συνεργασίες με τον Νίκο Περάκη, τον Θόδωρο Μαραγκό, τον Κώστα Φέρρη, τον Νίκο Ζαπατίνα. Υπό τη σκηνοθετική ιδιότητά του συνεργάστηκε με τους Γιώργο Κιμούλη, Ηλία Λογοθέτη, Αντώνη Καφετζόπουλο. Και είπε «όχι» στον Θεόδωρο Αγγελόπουλο.
Ασχολήθηκε και με την ποίηση και με το τραγούδι. Παράλληλα, έγραψε και κάποια θεατρικά, αρχής γενομένης από το «Ο μπαμπούλας» (1976). Ακολούθησε το «Σατιρικό των Ελλήνων» και «Οι κυνικοί ξανάρχονται». Με ροπή και στην ποίηση, εξέδωσε αρχικά το «Θετή Ταυτότης» (1981). Μια δεκαετία αργότερα κυκλοφόρησε τη δεύτερη («Επιστρόφια Κατόπιν»). Το πέρασμα στη μουσική δεν άργησε. Το 1994 κυκλοφόρησε και τον πρώτο του μουσικό δίσκο «Τα δέοντα», σε μουσική και στίχους του ιδίου.
Πραγματοποίησε επάνοδο στον κινηματογράφο με τη «Θηλυκή εταιρεία» (1999) και έναν χρόνο αργότερα με το «Ένας κι ένας». Για την ερμηνεία του απέσπασε επίσης βραβείο, αυτήν τη φορά Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Χαμηλών τόνων, από τις αρχές του 2000 άρχισε να απέχει από τις επάλξεις. Το 2011 επανήλθε ως σκηνοθέτης αυτήν τη φορά από τη μεγάλη του αγάπη, το σινεμά.
Υπέγραψε τη σκηνοθεσία στην ταινία «Οι ιππείς της Πύλου», πρότζεκτ για το οποίο έγραψε το σενάριο, τη μουσική, ενώ συμμετείχε και ως ηθοποιός. Το 2012 συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ για την Κατερίνα Γώγου «Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου».
Τα «Λούφα και παραλλαγή» και «Ρεμπέτικο» τον σημάδεψαν. Και φίλοι; Η Σωτηρία Λεονάρδου ήταν ανάμεσά τους. «Είχαμε κάνει και μία παράσταση, την “Τριωδία”, με τη Σωτηρούλα», έλεγε. Το «Ρεμπέτικο» ήταν το αγαπημένο του. «Έχει την ιστορία. Είναι το τρένο που κουβαλάει όλο τον πολιτισμό. Από Σμύρνη, από αρχαία Ελλάδα, από, από, από…», τόνιζε. Ο Κώστας Φέρρης, με το «Ρεμπέτικο», τον σημάδεψε και επειδή «στο μοντάζ συνάντησα τον Νίκο Γκάτσο. Αλλά κάτι έπαθα, ήταν σαν να βλέπω τον Θεό και δεν τον πλησίασα».
Tip: Αξέχαστη θα μείνει η σεκάνς στο «Μάθε παιδί μου γράμματα», όπου με τακούνια χορεύει το «Rasputin» μπροστά στις τουρίστριες. Αν το έκανε αυτό στο χωριό του; «Ο πατέρας μου θα με υποδεχόταν όπως ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, με σφαλιάρες. Ο Διαμαντόπουλος ήταν λατρεία. Δάσκαλος και φίλος». Όπως φίλο ένιωθε τον Καλογερόπουλο όλη η Ελλάδα. Από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του ήταν το 2019 στην κηδεία του Στέλιου Βαμβακάρη. Έναν χρόνο νωρίτερα είχε κάνει γκεστ στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου στη «Σφίγγα». Το ίδιο έτος τραγούδησε τελευταία φορά. Στην παράσταση «Το μπαράκι της Διδότου». Και τώρα θα τραγουδάει από το μπαράκι του ουρανού.
Εφημερίδα Απογευματινή






