Τα βυζαντινά νοµίσµατα αφηγούνται

Από την Ιερισσό, που «τροφοδοτούνταν συστηματικά με χρήμα», μέχρι τη Μονή Ζυγού, όπου βρέθηκε ουγγρικό «κέρμα», και τα χάλκινα της τράπεζας της Μονής Βατοπεδίου, οι ανασκαφές «μιλούν» για τη ζωή και το εμπόριο στα μοναστήρια
20:30 - 13 Οκτωβρίου 2026
Ρεπορτάζ: Δήμητρα Τσίπη

Από τη βυζαντινή Ιερισσό και ένα χάλκινο νόμισμα στην τράπεζα του Βατοπεδίου μέχρι το ουγγρικό νόμισμα της Μονής Ζυγού, η Παγώνα Παπαδοπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, εξηγεί στην «Κυριακάτικη Απογευματινή» τι μπορούν να μας πουν τα νομισματικά ευρήματα για την οικονομία καθώς και την καθημερινότητα των μοναστικών κοινοτήτων.
Ένα μικρό χάλκινο νόμισμα, χαμένο κάποτε σε έναν χώρο της καθημερινής ζωής μιας μονής, μπορεί να μοιάζει ασήμαντο. Για τον αρχαιολόγο, όμως, μπορεί να γίνει ένα μικρό κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου παζλ: να δείξει πότε και πώς κυκλοφορούσε το χρήμα, τι αγόραζαν οι άνθρωποι, ποιοι πληρώνονταν, πώς λειτουργούσε οικονομικά μια μοναστική κοινότητα. Και μερικές φορές μπορεί να γίνει ακόμη πιο ενδιαφέρον. Όπως στην περίπτωση της Μονής Ζυγού, όπου ανάμεσα στα νομίσματα που έχουν βρεθεί υπάρχει και ένα ουγγρικό χάλκινο νόμισμα του 12ου αιώνα -ένα εύρημα που αποτελεί εξαίρεση σε μια εποχή κατά την οποία το βυζαντινό κράτος έλεγχε αυστηρά τη νομισματική κυκλοφορία στην επικράτειά του.

Για την Παγώνα Παπαδοπούλου τα νομίσματα μπορούν να φωτίσουν μια πλευρά της βυζαντινής μοναστικής ζωής που συχνά δεν είναι εξίσου ορατή μέσα από τα έγγραφα.

«Κάθε είδος γραπτής πηγής και κάθε αρχαιολογικό εύρημα φωτίζει διαφορετικές πλευρές του παρελθόντος», επισημαίνει. «Μόνο ο συνδυασμός όλων των διαθέσιμων δεδομένων μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα που θεωρούνται ασφαλή». Και αυτή ακριβώς η συνάντηση των πηγών βρίσκεται στον πυρήνα της έρευνάς της.

Η ακμή των 10ου – 11ου αιώνων

Η ιστορία ξεκινά από τη βυζαντινή Ιερισσό, μια σημαντική επαρχιακή πόλη της μέσης βυζαντινής περιόδου, η οποία γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά τους 10ο και 11ο αιώνες. Η εικόνα αυτή είναι γνωστή από τις ανασκαφές της Εφορείας Αρχαιοτήτων Χαλκιδικής και Αγίου Όρους, αλλά και από τα αρχεία των μονών του Αγίου Όρους. Η άνοδος, όμως, των αγιορείτικων μοναστηριών και η επέκταση των γαιοκτησιών τους φαίνεται πως επηρέασαν βαθιά και την ίδια την πόλη.

Οι κάτοικοι της Ιερισσού προσέφευγαν στη διαιτησία του βυζαντινού κράτους, χωρίς επιτυχία, και η αυξανόμενη δύναμη των αγιορείτικων μονών πιθανότατα συνδέεται, σύμφωνα με την κ. Παπαδοπούλου, με την απώλεια της σημασίας της πόλης μετά τον 11ο αιώνα. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο πραγματοποιείται η συστηματική μελέτη και δημοσίευση των νομισμάτων που έχουν βρεθεί στις αρχαιολογικές έρευνες στην Ιερισσό. Η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο. Ήδη όμως τα ευρήματα δίνουν μια πολύ χαρακτηριστική εικόνα για την οικονομική ζωή της πόλης.
«Τα νομισματικά ευρήματα επιβεβαιώνουν τα αρχαιολογικά συμπεράσματα για την ακμή της πόλης κατά τους 10ο και 11ο αιώνες, όταν η πόλη τροφοδοτούνταν συστηματικά με χρήμα», αναφέρει η κ. Παπαδοπούλου.

Και τα νομίσματα δεν μιλούν μόνο για την περίοδο της ακμής. Μέσα σε στρώματα της μέσης βυζαντινής περιόδου έχουν βρεθεί παλαιότερα νομίσματα, των 4ου και 5ου αιώνων. Έτσι, όπως εξηγεί η ερευνήτρια, τα ευρήματα μπορούν να δώσουν στοιχεία και για την κυκλοφορία του χρήματος στην ύστερη αρχαιότητα, μια περίοδο για την οποία η αρχαιολογική εικόνα της Ιερισσού παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη.

Η μεταφορά από την πόλη

Η ίδια έρευνα αποκτά άλλη διάσταση όταν το βλέμμα μεταφέρεται από την πόλη στο μοναστήρι. Ένα από τα ευρήματα που εξετάζει η κ. Παπαδοπούλου είναι ένα χάλκινο νόμισμα από τη σωστική ανασκαφή στην τράπεζα της Μονής Βατοπεδίου. Το νόμισμα χρονολογείται στις αρχές του 11ου αιώνα και συνδέεται με τις πρώτες δεκαετίες της ζωής της μονής. Πρόκειται για κατηγορία νομισμάτων που απαντάται συχνά στον βαλκανικό χώρο, αλλά η σημασία του βρίσκεται κυρίως στη θέση του μέσα στην ιστορία της νομισματικής κυκλοφορίας.

«Ανήκει στην κατηγορία που σηματοδοτεί την πλήρη αναβίωση της νομισματικής κυκλοφορίας στην αυτοκρατορία έπειτα από μια περίοδο απουσίας νομισματικών ευρημάτων, από τα τέλη του 7ου έως τις αρχές του 9ου αιώνα», εξηγεί η κ. Παπαδοπούλου.

Το εύρημα συμπληρώνει έτσι την εικόνα για τη χρήση του χρήματος μέσα στις βυζαντινές μονές. Μια εικόνα που μέχρι σήμερα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις γραπτές πηγές: στα αρχεία των μονών του Αγίου Όρους, στο αρχείο της Μονής Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο και στα τυπικά, τους κανόνες δηλαδή που ρύθμιζαν τη λειτουργία των βυζαντινών μοναστηριών.

Εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντίθεση. Από τη μία πλευρά υπήρχε η αρχή που είχε διατυπώσει ο Θεόδωρος ο Στουδίτης ήδη από τον 9ο αιώνα, σύμφωνα με την οποία οι μοναχοί δεν θα έπρεπε να συσσωρεύουν χρήματα, ακόμη και μικρής αξίας.

Από την άλλη, οι ίδιες οι μονές διαχειρίζονταν μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες και την παραγωγή τους. Έπρεπε να διατηρούν και να επεκτείνουν την περιουσία τους και, επομένως, να συμμετέχουν σε αγορές, πωλήσεις και άλλες οικονομικές συναλλαγές.

«Τα μοναστήρια ήταν διαχειριστές μεγάλων έγγειων ιδιοκτησιών και της παραγωγής τους και επεδίωκαν να διατηρήσουν και να επεκτείνουν την περιουσία τους», λέει η κ. Παπαδοπούλου. Αυτό εξηγεί και γιατί στα μοναστηριακά αρχεία συναντώνται συχνά αναφορές σε νομίσματα πολύτιμων μετάλλων, χρυσό και ασήμι.

Τα τυπικά, από την άλλη, επιτρέπουν να δούμε μια διαφορετική πλευρά της οικονομικής ζωής. Εκεί υπάρχουν αναφορές σε χαμηλότερης αξίας, συνήθως χάλκινα νομίσματα: στους μισθούς των λαϊκών που εργάζονταν για τη μονή, στις χρηματικές διανομές προς τους φτωχούς κατά τις μεγάλες γιορτές, στην προμήθεια τροφίμων.

«Τα αρχαιολογικά ευρήματα από τα μοναστήρια συνήθως, αλλά όχι πάντα, ανήκουν στην τελευταία κατηγορία», σημειώνει η ερευνήτρια, αναφερόμενη στα χαμηλής αξίας, κυρίως χάλκινα νομίσματα. «Το νόμισμα από το Βατοπέδι ανήκει σε αυτήν». Την ίδια στιγμή, οι θησαυροί χρυσών νομισμάτων και τα μεμονωμένα ευρήματα χρυσών και αργυρών νομισμάτων που προέρχονται σε σημαντικό βαθμό από μοναστήρια δείχνουν, σύμφωνα με την κ. Παπαδοπούλου, πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος των μονών στη βυζαντινή οικονομία.

Η εγκατάλειψη

Στο Άγιον Όρος η αρχαιολογική έρευνα έχει έναν επιπλέον περιορισμό: οι μονές συνεχίζουν να ζουν και να χρησιμοποιούνται, ενώ οι ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στη μοναστική κοινότητα δεν επιτρέπουν συστηματικές ανασκαφές. Η Μονή Ζυγού αποτελεί την εξαίρεση. Ανήκε στην αγιορείτικη κοινότητα, αλλά εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα. Βρίσκεται σήμερα έξω από τα όρια της μοναστικής πολιτείας και έτσι μπόρεσε να ανασκαφεί συστηματικά κατά τη δεκαετία του 2000 από την τότε 10η Εφορεία, υπό τον αείμνηστο Ιωακείμ Παπάγγελο.

Η κ. Παπαδοπούλου μελετά σήμερα τα νομίσματα της Μονής Ζυγού και η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Τα περισσότερα είναι χάλκινα. Ανάμεσά τους, όμως, βρίσκονται ένα χρυσό υπέρπυρο, ένα τρικέφαλο από κράμα χρυσού και αργύρου της Κομνήνειας δυναστείας και ένα ουγγρικό χάλκινο νόμισμα του 12ου αιώνα.

Το τελευταίο είναι ίσως αυτό που τραβά περισσότερο την προσοχή.

«Μέχρι το 1204 το βυζαντινό κράτος είχε τον απόλυτο έλεγχο των νομισμάτων που κυκλοφορούσαν στην επικράτειά του και δεν επέτρεπε την κυκλοφορία ξένων νομισμάτων», επισημαίνει η κ. Παπαδοπούλου. Κι όμως, ένα ουγγρικό νόμισμα βρέθηκε μέσα στο μοναστηριακό περιβάλλον της Μονής Ζυγού. Η ίδια το χαρακτηρίζει μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση.
Και θεωρεί ότι τα εξαιρετικά σπάνια αυτά ανασκαφικά ευρήματα αναδεικνύουν τον ιδιαίτερο οικονομικό ρόλο των βυζαντινών μονών, επιβεβαιώνοντας παράλληλα τις πληροφορίες που προέρχονται από τις γραπτές πηγές.

Αντίθεση

Τα έγγραφα μπορούν να καταγράψουν το κόστος μιας αγοράς ή μιας πώλησης, την αξία αντικειμένων στη διαθήκη ενός ηγουμένου, το ποσόν μιας δωρεάς, τα έσοδα από την πώληση αγροτικών προϊόντων ή την παραγωγή χειρογράφων, τις αυτοκρατορικές παροχές. Τα νομίσματα, όμως, μπορούν να αφήσουν ένα διαφορετικό ίχνος.

«Τα έγγραφα μιλούν για την οικονομική διαχείριση των μοναστηριών, ενώ τα νομισματικά ευρήματα για την καθημερινή ζωή της κοινότητας», λέει η κ. Παπαδοπούλου. Η διάκριση αυτή εξηγεί και γιατί η αρχαιολογία αποκτά σημασία σε περιπτώσεις όπου το γραπτό αρχείο έχει χαθεί.

Στη Μονή Ζυγού, π.χ., το αρχείο της δεν έχει διασωθεί. Έτσι, τα αρχαιολογικά ευρήματα, ανάμεσά τους και τα νομίσματα, αποτελούν τη μόνη ασφαλή πηγή πληροφοριών. Το ίδιο ισχύει και για άλλες βυζαντινές μοναστικές κοινότητες που έχουν ανασκαφεί στην Εγγύς Ανατολή και στον ελλαδικό χώρο. Ανάμεσά τους είναι και η σημαντική μοναστική κοινότητα του Παπικίου Όρους στη Θράκη, την οποία μελετά επίσης η κ. Παπαδοπούλου στο πλαίσιο της έρευνάς της για τη χρήση του νομίσματος στις βυζαντινές μονές.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μάθουμε πόσα χρήματα είχαν οι μονές ή πόσο αξίζει μια αγορά. Είναι να πλησιάσουμε περισσότερο τη ζωή που κρυβόταν πίσω από τους αριθμούς.

«Θέλω η έρευνα να φωτίσει περισσότερο αυτή την τελευταία πλευρά», σημειώνει η κ. Παπαδοπούλου, αναφερόμενη στην καθημερινή ζωή της μοναστικής κοινότητας.

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»