Είναι για πολλούς η κορυφαία Ελληνίδα στιχουργός. Τα τραγούδια της που έγιναν διαχρονικές επιτυχίες µοιάζουν αµέτρητα! Το ίδιο και οι συνεργασίες µε κορυφαίους συνθέτες του ελληνικού (και όχι µόνο) πενταγράµµου. Η Λίνα Νικολακοπούλου, σε µια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή», µιλά µε αφοπλιστική ειλικρίνεια για την τέχνη της, το ξεκίνηµά της,τις συναυλίες που επιµελείται, τις µεγάλες συνεργασίες της, αλλά και για τα…απωθηµένα της, την έµπνευση, τους νέους καλλιτέχνες και τα προβλήµατα που τους επιφυλάσσει η εποχή µας…
Πριν από λίγες ηµέρες πραγµατοποιήθηκε, σε δική σας καλλιτεχνική επιµέλεια, η µεγάλη µουσική εκδήλωση για τον Χρήστο Νικολόπουλο στο Θέατρο Πέτρας, αλλά και η διπλή συναυλία του Σταύρου Ξαρχάκου στο Ηρώδειο, ενώ την Πέµπτη 18 Ιουνίου στο Κιάτο αναµένεται ένα αφιέρωµα στο έργο του Γιάννη Σπανού.
Αυτή η ενασχόλησή σας, η καλλιτεχνική επιµέλεια προγραµµάτων, τι ιδιαιτερότητες έχει;
Αγαπάω πάρα πολύ το ελληνικό τραγούδι και όλα του τα είδη. Από µικρό παιδί, στο ∆ηµοτικό Σχολείο ακόµη, είχα τα αυτιά µου στο ραδιόφωνο, στα τζουκµποξ, στα δισκάκια των 45 στροφών που κυκλοφορούσαν τότε. Ουσιαστικά, την ίδια περίοδο είχα και την τύχη να ανθίζει το Νέο Κύµα. Αρα έχω πολύ βαθιά σχέση µε το ελληνικό τραγούδι. Το έχω µελετήσει, το έχω αγαπήσει και, εποµένως, καταλαβαίνετε ότι το να φανταστώ ένα δίωρο πρόγραµµα µε όµορφα τραγούδια µου είναι κάτι πολύ ευχάριστο και σχετικά εύκολο. Αυτές οι βραδιές και µε τον Χρήστο Νικολόπουλο και µε τον Σταύρο Ξαρχάκο είναι ιδιαίτερες και για µένα. Ο Χρήστος Νικολόπουλος έχει τη µεγάλη ευλογία σχεδόν ό,τι έχει γράψει ο κόσµος να το έχει τραγουδήσει, να το έχει χορέψει, να το έχει αγαπήσει. Οσο για τον Σταύρο Ξαρχάκο, είναι σηµαντικό να συµπράττω µε έναν τέτοιο συνθέτη και άνθρωπο, ο οποίος µας έχει κληροδοτήσει τόσο σπουδαίους µουσικούς και ποιητικούς θησαυρούς. Το ίδιο αισθάνοµαι και για τη συναυλία στο Κιάτο, µε ανθολόγηση τραγουδιών του Γιάννη Σπανού, ενός δηµιουργού για τον οποίο η καρδιά µου χτυπάει πάντα ιδιαίτερα. Και γι’ αυτό θέλω να πω ότι τα αφιερώµατα δεν είναι ποτέ αρκετά για ανθρώπους που έχουν γράψει τόσο σπουδαία τραγούδια. Αν αναλογιστούµε πόσες χιλιάδες τραγούδια έχουν χαρίσει αυτοί οι άνθρωποι στο κοινό, µιλάµε για απίστευτες ώρες δουλειάς και για ολόκληρες ζωές αφιερωµένες στην έµπνευση και στη γέννηση αυτού του µεγάλου δώρου που έχουµε στην Ελλάδα: το τραγούδι. Ενα τραγούδι που όλοι αγαπάµε και που, µε τον τρόπο του, µας θεραπεύει.
Η πασίγνωστη ιδιότητά σας, βέβαια, είναι εκείνη της στιχουργού. Πώς ξεκινήσατε αυτή τη δραστηριότητα;
Αρχισα να γράφω έµµετρο λόγο ήδη από τις πρώτες τάξεις του Γυµνασίου. Ηξερα από τότε ότι ήταν κάτι που µου δηµιουργούσε µεγάλη συγκίνηση. Αποµονωνόµουν για να γράψω τις ιδέες µου, τις εµπνεύσεις µου. Παράλληλα έκανα και µαθήµατα κλασικής κιθάρας. Ηταν σαν να ήξερα από νωρίς ότι θα ασχοληθώ µε την υπόθεση του τραγουδιού. Πολύ γρήγορα, µόλις µπήκα στο Πανεπιστήµιο, βρήκα τον δρόµο µου, γιατί τότε συναντήθηκα µε σηµαντικούς ανθρώπους του χώρου και πολύ νωρίς κυκλοφόρησαν οι πρώτοι µου δίσκοι. Θυµάµαι, για παράδειγµα, τα πρώτα τραγούδια µε τη Βίκυ Μοσχολιού. Στη συνέχεια ήρθαν οι συνεργασίες µε τον Γιάννη Σπανό και τη ∆ήµητρα Γαλάνη. ∆ηλαδή, πολύ γρήγορα αυτό το ταλέντο που είχα βρήκε τον δρόµο του προς τη δηµοσιοποίηση µέσα από τους στίχους µου. Και δεν διακόπηκε ποτέ αυτή η σχέση µε το τραγούδι.
Μία σχέση µε µεγάλες καλλιτεχνικές επιτυχίες, όπως το «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ» το 1985, λίγο µετά το «Μαµά γερνάω», τα «Ανθρώπων έργα» το 1993, που είναι µερικές µόνο από τις συνεργασίες µε τον Σταµάτη Κραουνάκη, σε µια εποχή που αποδείχθηκε ιδιαίτερα γόνιµη για εσάς…
Βεβαίως. Είχαµε και το «∆ι’ ευχών» µε τον Νίκο Αντύπα και τη Χαρούλα Αλεξίου, πιο πριν υπήρξε ο Γκόραν Μπρέγκοβιτς µε το «Παραδέχτηκα», λίγο αργότερα ήρθε το «∆υνατά, δυνατά» µε τον Αρµένιο συνθέτη Αρά Ντινκτζιάν. Ηταν µια πολύ πλούσια πορεία. Ολες οι δεκαετίες από το 1980 έως το 2000 ήταν εξαιρετικά γόνιµες, όχι µόνο για µένα, αλλά για ολόκληρο το ελληνικό τραγούδι. Ηµασταν άνθρωποι που στεκόµασταν ο ένας δίπλα στον άλλον και προσπαθούσαµε να κάνουµε το καλύτερο δυνατό. Μια εποχή η οποία, κατά κάποιον τρόπο, ολοκληρώθηκε γύρω στο 2000. Από τότε και µετά συνέχισαν οι πιο ανθεκτικοί, ενώ εµφανίστηκαν και νέα µουσικά είδη που αγαπήθηκαν από το κοινό. Σήµερα υπάρχει µια µεγάλη αγωνία: Αν εξακολουθούν να γράφονται τραγούδια που µιλούν πραγµατικά στην καρδιά του κόσµου, ή αν τα περισσότερα λειτουργούν µόνο ως µέσο ψυχαγωγίας και διασκέδασης.



Πόσο δύσκολο είναι για έναν στιχουργό να συνεργάζεται µε έναν συνθέτη; Τα λόγια πατάνε πάνω στη µουσική ή η µουσική πάνω στα λόγια;
Ο ορθόδοξος τρόπος ήταν πάντοτε τα λόγια πρώτα. ∆ηλαδή, ο συνθέτης έπαιρνε τον λόγο, κοίταζε αν του αρέσει, αν του λέει κάτι, και πάνω σε αυτά τα µέτρα που είχε δώσει ο στιχουργός γεννούσε τη µοναδική µελωδία του. Γίνεται όµως και το αντίθετο. Μπορεί ένας συνθέτης να σου στείλει µουσικές κι εσύ να γράψεις πάνω σε αυτές τους στίχους. Και οι δύο τρόποι είναι δηµιουργικοί και έχουν τη δική τους αγωνία, τη δική τους γέννα. Εγώ, µάλιστα, από πολύ νωρίς πήρα το ρίσκο να γράψω και πάνω σε µουσικές. Ολα τα τραγούδια που έχω γράψει µε ξένους συνθέτες είναι γραµµένα πάνω σε ήδη υπάρχουσες µελωδίες.
Εσείς, όταν γράφετε στίχους, σκέφτεστε ότι θα πάρουν µια άλλη µορφή µέσα από τη µουσική ή ότι θα µπορούσαν να λειτουργήσουν και αυτόνοµα;
Πιστεύω ότι όταν ένας λόγος καταφέρνει, µέσα από τη µελοποίησή του, να γίνει αγαπητός, τότε κατ’ αρχάς δικαιώνει την αποστολή του. Οταν η µελωδία και ο λόγος, µαζί βέβαια µε την πολύτιµη συνεισφορά του ερµηνευτή -γιατί η ερµηνεία είναι το τρίτο καθοριστικό στοιχείο-, φτάσουν στην καρδιά του κόσµου, τότε το τραγούδι έχει πετύχει τον σκοπό του. Από εκεί και πέρα, πράγµατι υπάρχουν κείµενα που µπορούν να σταθούν και αυτόνοµα. Μπορεί κάποιος, έπειτα από χρόνια, να διαβάσει τον λόγο χωρίς να ακούει τη µουσική και να ανακαλύψει κάτι διαφορετικό, να δει µια άλλη οµορφιά. Ενα γερό κείµενο, κατά τη γνώµη µου, έχει πάντοτε δύο ζωές.
Πότε αισθανθήκατε -ως δηµιουρ γός- ότι αυτό που κάνετε, το κάνετε πλέον επαγγελµατικά;
Επαγγελµατία σε κάνει η συνέχεια. Καταλήγεις να λες «είµαι επαγγελµατίας» όταν έχουν περάσει 10 ή 15 χρόνια και βλέπεις ότι ο δρόµος εξακολουθεί να ανοίγεται µπροστά σου. Οταν συνεχίζεις να οραµατίζεσαι νέες εκφράσεις, να θέλεις να µιλήσεις µε την εποχή σου. Να βρεις τη γλώσσα που εκείνη τη στιγµή είναι κοινώς αποδεκτή. Να µπορέσεις να κάνεις τον άνθρωπο που σε ακούει να νιώσει ότι καθρεφτίζεται µέσα σε αυτό που γράφεις. Εποµένως, πρόκειται για µια συνεχή αναζήτηση. Ισως δεν είναι απαραίτητο να το ονοµάσου µε επαγγελµατισµό. Θα µπορούσαµε όµως να πούµε ότι µοιάζει µε αυτό που λέµε για έναν µάστορα: ότι γνωρίζει καλά τη δουλειά του. Αλλωστε, κανείς δεν αγαπά ιδιαίτερα τα στεγανά που συνοδεύουν τη λέξη «επαγγελµατίας». Γι’ αυτό και όσοι έχουµε πολλά χρόνια ζωντανής καλλιτεχνικής δραστηριότητας αισθανόµαστε ότι οφείλουµε ευγνωµοσύνη τόσο στον κόσµο όσο και στη δική µας αφοσίωση. Γιατί τίποτα από αυτά δεν γίνεται µε σταυρωµένα χέρια.
Τι ιδιαίτερο έχει η έµπνευση, εκείνη η στιγµή που αποφασίζετε ότι
µπορείτε να ξεκινήσετε να γράφετε ένα νέο τραγούδι;
Κοιτάξτε, για τους ανθρώπους που κάνουµε αυτή τη διαδροµή, η έµπνευση είναι κάτι µαγικό τη στιγµή που έρχεται. Ούτε την περιµένεις ούτε τη γνωρίζεις εκ των προτέρων. Και ξαφνικά µια λέξη, µια πρόταση, µια εικόνα ίσως, έρχεται και σου κολλάει στο µυαλό. Και λες: «Αυτό, αφού επιµένειτόσο, κάτι είναι. Κάτι θέλει από µένα». Είναι δώρο αυτό που συµβαίνει. Βεβαίως, πολλές φορές φοβάσαι ότι ίσως αυτό να είναι το τελευταίο ωραίο πράγµα που θα γράψεις. Το τελευταίο τραγούδι που θα αγαπηθεί, που θα γίνει επιτυχία. Αυτός ο φόβος υπάρχει. Αλλά πρέπει κανείς να συνεχίζει.
Υστερα από τόσα χρόνια, τι αγαπάτε περισσότερο; Τη µοναχική διαδικασία της δηµιουργίας ενός τραγουδιού ή την επαφή µε το κοινό, την οποία, έστω και επιλεκτικά, εξακολουθείτε να έχετε;
Κοιτάξτε, η δηµιουργία είναι η κορωνίδα της χαράς. Γιατί, όπως καταλαβαίνετε, το να γεννήσεις κάτι από το µηδέν -και αυτό να είναι όµορφο και ισχυρό- είναι µια διαρκής γονιµότητα. Ενώ η βιολογική γονιµότητα µπορεί να τελειώνει, η δηµιουργική είναι εφ’ όρου ζωής. Ισότιµο, όµως, είναι και το δώρο να ακούς τον κόσµο να τραγουδάει. Να ακούς εκατοντάδες ή χιλιάδες ανθρώπους να λένε µαζί ένα τραγούδι. Ή να νιώθεις ότι, τη στιγµή που σε βλέπουν, είσαι ένα πρόσωπο αγαπητό για αυτούς. Ενας άνθρωπος που έχει µπει στα σπίτια τους, στις αναµνήσεις τους, στις προσωπικές τους στιγµές. Είναι µια συγκλονιστική σχέση αυτή η οποία αναπτύσσεται ανάµεσα στον δηµιουργό και το κοινό.
Τι πιστεύετε ότι είναι αυτό που δίνει διαχρονική αξία στο ελληνικό τραγούδι;
Το ελληνικό τραγούδι έχει καταγράψει τον ψυχισµό των ανθρώπων που λέγονται Ελληνες. Των ανθρώπων που ζουν σε αυτόν τον τόπο, µε τα πάνω του και τα κάτω του, αλλά και των ανθρώπων που βρίσκονται διάσπαρτοι σε ολόκληρη τη γη. Αν σκεφτούµε τους Ελληνες της διασποράς, θα δούµε ότι η σχέση τους µε την πατρίδα, ο οµφάλιος λώρος τους µε τον τόπο περνά σε µεγάλο βαθµό µέσα από το τραγούδι. Το ελληνικό τραγούδι είναι αιµοδότης του Ελληνισµού: διατηρεί ζωντανή τη µνήµη, τη γλώσσα, το συναίσθηµα και την ταυτότητά µας.
Παρ’ όλα όσα έχετε πετύχει, υπάρχει κάποιο απωθηµένο ή κάποια συνεργασία που θα θέλατε να είχε γίνει και δεν έγινε;
Ευτυχώς, µε τους περισσότερους ανθρώπους που θαύµαζα, είχα την τύχη να συνεργαστώ. Αν θα έπρεπε να αναφέρω µία εξαίρεση, αυτή θα ήταν ο Μάνος Λοΐζος. ∆εν προλάβαµε να συνεργαστούµε. Υπήρξαν επίσης δηµιουργοί που έφυγαν πολύ νωρίς, όπως ο ∆ηµήτρης Λάγιος. Αυτά είναι πράγµατα που δεν µπορούµε να τα ορίσουµε στη ζωή. Οµως έχω τη µεγάλη χαρά να έχω συνεργαστεί µε τους περισσότερους σηµαντικούς συνθέτες και ερµηνευτές της εποχής µου. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο αισθάνοµαι βαθιά ευγνωµοσύνη.
Τι πιστεύετε για το ελληνικό τραγούδι σήµερα; Ποια µοιάζει να είναι η επόµενη µέρα γι’ αυτό;
Κοιτάξτε, εγώ εύχοµαι, πέρα από όλα όσα σχεδιάζει ο άνθρωπος µε τη λογική του, να επεµβαίνει πάντοτε η ζωή και να φέρνει εκπλήξεις, ελευθερία και θαύµατα. Γιατί η λογική είναι απαραίτητη, βέβαια. Το κόστος, το κέρδος, το πώς θα γίνει κάτι, το τι θα αποδώσει. Οµως, όταν όλα κρίνονται αποκλειστικά µε αυτά τα κριτήρια, το τραγούδι κινδυνεύει. Οι δυσκολίες που έχουν σήµερα οι δισκογραφικές εταιρείες να χρηµατοδοτήσουν νέες δουλειές είναι πραγµατικές. Σίγουρα, υπάρχουν υπέροχες φωνές. Το ζήτηµα είναι η δηµιουργία. Χρειάζεται νέα δηµιουργία. Χρειάζονται νέα τραγούδια. Και το σηµαντικό είναι να µη γράφει κανείς µόνο µε τη σκέψη ότι κάτι θα είναι εµπορικό. Βεβαίως και είναι ζητούµενο να γίνει ένα τραγούδι επιτυχία. Αλλά δεν πρέπει να ξεκινάς από τη συνταγή.
Κυριακάτικη Απογευματινή











