Είναι ένας από τους σημαντικότερους Ελληνες σκηνοθέτες, αφού έχει επηρεάσει το σύγχρονο ελληνικό θέατρο σε τρία επίπεδα: στην αισθητική, στην ανάδειξη νέων δημιουργών και στη θεσμική του παρουσία. ∆ημιούργημά του είναι το «Θέατρο του Νέου Κόσμου» (από το 1997), ένας από τους πλέον ενδιαφέροντες θεατρικούς οργανισμούς της χώρας, ενώ έχει αναδείξει μια ολόκληρη γενιά ηθοποιών φέρνοντας, παράλληλα, τη σύγχρονη δραματουργία στο ελληνικό κοινό. Εδώ, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σε μια συνέντευξη -εφ’ όλης της ύλης- στην «Κυριακάτικη Απογευματινή» μιλάει για τη νέα του σκηνοθετική δουλειά, «Εγώ θα σας τα πω!», τη δύναμη της επιθεώρησης, τα όρια της σάτιρας και την άλλη μεγάλη του επιτυχία, «Μια άλλη Θήβα», αναφέρεται στα πρώτα του βήματα και στη σημασία που έχει η τέχνη στην καθημερινότητά μας, ενώ μας αποκαλύπτει το ουσιαστικότερο νόημα του θεάτρου.
Με ζωντανή ορχήστρα και σε δική σας σκηνοθεσία, οι ∆ημήτρης Πιατάς, Ελένη Κοκκίδου, ∆ημήτρης Μακαλιάς και Ζερόμ Καλούτα, μεταξύ άλλων, συμπράττουν στην επιθεώρηση «Εγώ θα σας τα πω!» των Γεράσιμου Ευαγγελάτου και ∆ημήτρη Χαλιώτη. Είναι η πρώτη φορά που κάνετε επιθεώρηση. Ποια είναι η σχέση σας με το είδος;
Πρώτον, μου αρέσει το χιούμορ – και στη ζωή αλλά και στο θέατρο. Και, δεύτερον, έχω μια σχέση που ξεκινάει από τότε που ήμουν παιδί, γιατί ο πατέρας μου ήταν εμπορορράφτης και είχε μαγαζί στην Ιπποκράτους, στη διπλανή πολυκατοικία από το «Ακροπόλ». Αυτό με έκανε να έχω ενδιαφέροντα που ίσως δεν ήταν συνηθισμένα για την ηλικία μου. Μου άρεσε να πηγαίνω δίπλα στο «Ακροπόλ», να κοιτάζω τις φωτογραφίες και να βλέπω από κοντά μεγάλους ηθοποιούς. Η επιθεώρηση έχει μεγάλη ιστορία. Ξεκίνησε από τις αρχές του 20ού αιώνα και κράτησε μέχρι περίπου τη δεκαετία του ’80. Στη συνέχεια ήρθε η κατάρρευσή της, με χοντροκομμένες κωμωδίες και ευκολίες του είδους. Βέβαια, υπήρξαν και φωτεινές στιγμές, όπως η εποχή του Ελεύθερου Θεάτρου. Προς το τέλος της χούντας, μια παρέα συμμαθητών από τη ∆ραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου δημιούργησε έναν θίασο με αντιδικτατορική θεατρική διάθεση και οδηγήθηκε στην επιθεώρηση. Για μένα ήταν σπουδαίο να βλέπω αυτές τις παραστάσεις. Στο «Ακροπόλ» είχα την ελευθερία να μπαίνω στο θέατρο και να παρακολουθώ παραστάσεις. Το Ελεύθερο Θέατρο είχε και έναν έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Μέσα από αυτήν τη νεανική αναζήτηση άρχισα να βλέπω το θέατρο με έναν άλλο τρόπο. Με επηρέασε πολύ.

Πόσο σοβαρή υπόθεση είναι η κωμωδία; Τι είναι αυτό που σας ελκύει σε αυτήν;
Το πρώτο που θα έλεγα είναι ότι πρόκειται για ένα πάρα πολύ δύσκολο είδος. Αυτό το ένιωσα στην πράξη, μέσα στις πρόβες. Στην ουσία, στην επιθεώρηση δεν υπάρχει ένα ολοκληρωμένο θεατρικό κείμενο. Υπάρχουν συγγραφείς που γράφουν σκετς ή, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε μια παλιότερη έκφραση, «νούμερα». Το κέντρο της επιθεώρησης ήταν πάντοτε ο ηθοποιός, με τα εκφραστικά του μέσα και το ταπεραμέντο του. Αυτό δεν συνέβαινε μόνο στη Ρένα Βλαχοπούλου, αλλά και σε πολλούς ακόμα μεγάλους ηθοποιούς της επιθεώρησης. Με ελκύει πάρα πολύ η κωμωδία. Με ενδιαφέρει και μου αρέσει πολύ το χιούμορ, ακόμα και το μαύρο χιούμορ. Εχω σκηνοθετήσει μαύρες κωμωδίες στις πρώτες μου δουλειές, αλλά και Αριστοφάνη, που βεβαίως είναι ο κορυφαίος. Και νομίζω ότι, κατά κάποιον τρόπο, από εκείνον ξεκινά και η επιθεώρηση, παρά τους τόσους αιώνες που μεσολαβούν. Η επιθεώρηση είναι μια πολιτική και κοινωνική σάτιρα.
Η σάτιρα, που είναι αναγκαστικά συνυφασμένη με τα κακώς κείμενα, πιστεύετε ότι σήμερα κινδυνεύει από την πολιτική ορθότητα, από μια νέα «καθωσπρέπει» συμπεριφορά;
Πάντα κινδυνεύει οτιδήποτε κάνεις στο θέατρο. Αυτό που έχει σημασία είναι να είσαι ειλικρινής και τολμηρός σε αυτό που θέλεις να κάνεις. Ειδικά στην κωμωδία. Οταν η επιθεώρηση ξεκίνησε, στις αρχές του 20ού αιώνα -και ιδιαίτερα μετά την πρώτη δεκαετία-, γνώρισε μεγάλη άνθηση. Ηταν αποκλειστικά σάτιρα πάνω σε όσα συνέβαιναν γύρω μας και, κυρίως, απέναντι στους κυβερνώντες. Αυτό έχει νόημα. ∆εν έχει νόημα να κάνεις επιθεώρηση για να χτυπάς την αντιπολίτευση. Η σάτιρα προκύπτει από αυτά που βλέπεις, από αυτά που ζούμε σήμερα. Αυτό ήταν πάντοτε ένα από τα ωραιότερα στοιχεία της επιθεώρησης. Το γέλιο δεν προκύπτει από την αντιπολίτευση. Προκύπτει από αυτά που κάνουν οι κυβερνώντες. Το ξέρουμε αυτό και από τη δημοσιογραφία, αλλά και από την ίδια την πραγματικότητα, ακόμα και σήμερα. ∆εν έχει ενδιαφέρον ο «καθωσπρέπει» άνθρωπος στην επιθεώρηση. Το να έχεις φινέτσα ή λεπτότητα ή να θέλεις να μιλήσεις για κάποια πράγματα χωρίς να γίνεσαι χυδαίος είναι ζητούμενο. Να το θέσω αλλιώς: η σάτιρα έχει όρια; Οχι. ∆εν έχει όρια. Στη σάτιρα θέλεις να θίξεις. Αυτό είναι και το νόημα της σάτιρας. Και της επιθεώρησης, βέβαια.
Επιπλέον, συνεχίζει σε περιοδεία η πολύ επιτυχημένη παράσταση «Μια άλλη Θήβα» του Σέρχιο Μπλάνκο, με τον ∆ημήτρη Καπουράνη και τον Θάνο Λέκκα. Ενα έργο που αγγίζει το ακραίο θέμα μιας πατροκτονίας. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίσατε στη σκηνοθεσία αυτού του έργου;
Αυτό που κατάλαβα μέσα στα τέσσερα χρόνια της παράστασης είναι η απάντηση στο γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ και την έχουν δει σχεδόν 300.000 θεατές. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αγγίζει τον κάθε θεατή ξεχωριστά. Ο καθένας βρίσκει μέσα της κάτι δικό του, κάτι που τον αφορά προσωπικά. Εκεί συναντιούνται ένας συγγραφέας, που θέλει να γράψει ένα έργο με αφορμή μια πατροκτονία, και ο άνθρωπος που τη διέπραξε. Από αυτή τη συνάντηση γεννιέται μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. Ο κρατούμενος είναι ένα παιδί που έχει μεγαλώσει μέσα στην κακοποίηση, με έναν εξαιρετικά βίαιο πατέρα. Αυτή η ζωή τον οδηγεί στο πιο ακραίο έγκλημα: να σκοτώσει τον ίδιο του τον πατέρα.

Εσείς τι βρήκατε σε αυτό το έργο από την αρχή;
Με συγκίνησε βαθιά το πώς ένα παιδί όχι απλώς κακοποιημένο, αλλά ένα αγρίμι,μπορεί να αλλάξει όταν βρεθεί σε ανθρώπινες και καλές συνθήκες, ακόμα και μέσα στη φυλακή. ∆εν αναφέρομαι μόνο στο αν εκπαιδεύονται ή όχι οι κρατούμενοι στις φυλακές. Αναφέρομαι στο ότι βρίσκει έναν άνθρωπο που για πρώτη φορά τον αγγίζει πραγματικά, του ανοίγει το μυαλό, του ανοίγει έναν άλλον κόσμο. Το έργο τελειώνει με τον νεαρό να διαβάζει το βιβλίο που του χάρισε ο συγγραφέας: μια αρχαία τραγωδία. Αυτό με άγγιξε πάρα πολύ.
Είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό επάγγελμα, στο οποίο εκτίθεστε, είτε ως ηθοποιός είτε ως σκηνοθέτης. Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι αυτής της τέχνης;
Για μένα είναι η σχέση με το κείμενο, με το ίδιο το έργο. Θα συνδέσω μάλιστα αυτό που ζω τώρα με την επιθεώρηση. Παρότι πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά πράγματα, δεν έχω κουραστεί περισσότερο -ούτε όταν δούλεψα πάνω σε Σαίξπηρ- όσο κουράστηκα δουλεύοντας για πρώτη φορά επιθεώρηση. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ να ανακαλύψω το έργο. ∆εν είμαι από τους σκηνοθέτες που θέλουν να κάνουν μια διασκευή για να κυριαρχήσει η δική τους προσωπικότητα πάνω στο κείμενο. Για μένα το κέντρο της δουλειάς μου είναι το έργο και ο ηθοποιός. Αυτά είναι τα υλικά μου.
Πώς ξεκινήσατε την ενασχόλησή σας με το θέατρο; Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε προς αυτή την επιλογή και τι είναι εκείνο που σας αρέσει περισσότερο σε αυτήν;
Εγώ αγάπησα το θέατρο μέσα από την επιθεώρηση. Αργότερα, όταν ήρθε η μεταπολίτευση και έγινα σπουδαστής δραματικής σχολής, τα πράγματα άλλαξαν. Η εποχή μετά τη χούντα ήταν εξαιρετικά ζωντανή, πολιτικά και κοινωνικά. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ούτε εγώ ούτε οι συμμαθητές μου ενδιαφερόμασταν πια τόσο για την επιθεώρηση, όσο για έργα με πιο πολιτικό στόχο και διαφορετική στάση ζωής. Στα δεκαέξι μου αποφάσισα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός και έμεινα στο επάγγελμα 15 χρόνια. Αυτό που με γοήτευε περισσότερο ήταν να ανήκω σε μια ομάδα. Οι δεκαετίες του ’70 και του ’80 ήταν μια εποχή με ελπίδα, ζωντάνια και συλλογικότητα. Θέλαμε να αλλάξουμε τα πάντα και να χτίσουμε μια καλύτερη κοινωνία. Είναι ωραίο, όσο προχωρά η ζωή, να κρατά κανείς κάτι από εκείνο το νεανικό παρελθόν: την ειλικρίνεια, την αγάπη για τον άλλον και αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε συμπερίληψη.
Υπάρχει κάποια εμπειρία ή συνεργασία που αισθάνεστε ότι σας καθόρισε;
Οπως πολλοί νέοι εκείνης της εποχής, έκανα διάφορες δουλειές για να ζω. Μια από αυτές ήταν στο βιβλιοπωλείο και στις εκδόσεις «Κέδρος», τα τελευταία χρόνια της χούντας. Ηταν ίσως η ωραιότερη εργασιακή εμπειρία της ζωής μου. Εκεί περνούσαν καθημερινά οι σημαντικότεροι συγγραφείς της εποχής. Φανταστείτε να είσαι 19 χρόνων και να βλέπεις από κοντά τον Βάρναλη, τον Ρίτσο, τον Τάσο Λειβαδίτη και τόσους άλλους. Ηταν η ζωντανή ιστορία των ελληνικών γραμμάτων κι εγώ, ένα νέο παιδί, τους άκουγα σε μια ηλικία που ανακάλυπτα τον κόσμο. Ηταν μια ανεπανάληπτη εμπειρία.
Τι συμβουλή θα δίνατε σήμερα στον νεαρό Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο που μόλις ξεκινά την πορεία του;
Καμία. Οπως τα φέρει η ζωή. Αυτό που πάντοτε με ενδιέφερε είναι να είμαι ανοιχτός σε ό,τι συμβαίνει γύρω μου. Πηγή χαράς και έμπνευσης είναι να απολαμβάνουμε αυτό που κάνουμε. Να χαιρόμαστε που δουλεύουμε, να χαιρόμαστε τη ζωή και να μπορούμε να τη μοιραζόμαστε με άλλους ανθρώπους, είτε είναι λίγοι είτε πολλοί.
Το Θέατρο του Νέου Κόσμου, του οποίου υπήρξατε ιδρυτής και από την πρώτη ημέρα καλλιτεχνικός διευθυντής, είχε εξαρχής έντονα κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό. Σε μια εποχή που η καθημερινότητα τρέχει και οι αξίες επαναπροσδιορίζονται, πώς μπορεί το θέατρο να παραμένει παρεμβατικό χωρίς να γίνεται διδακτικό ή γραφικό;
Ο διδακτισμός και η γραφικότητα είναι παγίδες. Με ενδιαφέρει να αφουγκράζομαι την κοινωνία. Αυτό με οδηγεί και στις επιλογές των έργων που θέλω να ανεβάσω. Αν κάτι χαρακτηρίζει τη δουλειά μου, δεν είναι αν είναι περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη. Είναι η συνέπεια σε ένα θέατρο με κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα.
Η τέχνη εξακολουθεί να επηρεάζει τους ανθρώπους;
Οχι όλους. Μακάρι, όμως, να μπορεί να επηρεάζει έστω και έναν άνθρωπο. Μακάρι μια παράσταση ή ένα έργο να μετακινήσει κάτι μέσα του. Ειδικά στους νέους ανθρώπους. Να τους ανοίξει έναν δρόμο σκέψης, να τους κάνει να δουν κάτι διαφορετικά. Από την άλλη, βλέπω ότι οι Ελληνες αγαπούν το θέατρο. Και δεν το βλέπω μόνο στην Αθήνα, όπου ζω. Το βλέπω και στην επαρχία. Υπάρχουν άνθρωποι που θα ταξιδέψουν από πολύ μακριά για να δουν μια παράσταση στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη.
Γιατί πιστεύετε ότι οι Ελληνες αγαπούν τόσο πολύ το θέατρο;
Το θέατρο σε φέρνει πιο κοντά στην κοινωνία, αλλά και στον ίδιο σου τον εαυτό. Κάθε έργο μπορεί να σου ανοίξει έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης.
Και κάτι ακόμα που πάντα με εντυπωσιάζει είναι ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των θεατών είναι γυναίκες. Εχετε κάποια ερμηνεία γι’ αυτό;
Νομίζω πως οι γυναίκες είναι πιο κοντά στην Τέχνη. Το πιστεύω πραγματικά. ∆ιαβάζουν περισσότερο, βλέπουν περισσότερο θέατρο, έχουν μεγαλύτερη σχέση με τον πολιτισμό. Αν μπείτε στο μετρό και δείτε πέντε ανθρώπους να διαβάζουν βιβλίο, οι τέσσερις, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι γυναίκες.
Πώς βλέπετε το θέατρο σήμερα και πώς φαντάζεστε την επόμενη ημέρα του;
Με αισιοδοξία. Πιστεύω ότι το θέατρο είναι μια τέχνη που ο κόσμος εξακολουθεί να έχει ανάγκη και δεν πρόκειται να την εγκαταλείψει. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι το να κάνεις σήμερα επιθεώρηση είναι μια καλλιτεχνική αλλά και πολιτική επιλογή. ∆ηλώνει ότι θέλεις να μιλήσεις για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Η επιθεώρηση, από τη φύση της, είναι πολιτική πράξη. Οπως, άλλωστε, πολιτική πράξη ήταν ανέκαθεν και το θέατρο, ήδη από την εποχή του Σοφοκλή και του Αισχύλου. Οι τραγικοί χρησιμοποιούσαν μύθους του παρελθόντος όχι για να κάνουν μάθημα ιστορίας, αλλά για να μιλήσουν για την εποχή τους, για τα ζητήματα που απασχολούσαν την κοινωνία τους. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, και το ουσιαστικό νόημα του θεάτρου.
Κυριακάτικη Απογευματινή











