Ακριβώς γιατί η Ελλάδα είναι μία από τις παγκόσμιες ισχυρές ναυτικές δυνάμεις, με τον ελληνόκτητο εμπορικό στόλο (ασχέτως σημαίας) να λογίζεται από τους πλέον σημαντικούς στο διαμετακομιστικό εμπόριο, έχει λόγους να εμπλακεί κατ’ αρχάς πολιτικά και διπλωματικά, και εφόσον προκύψει στο πλαίσιο μιας διεθνούς δύναμης εποπτείας και διαμεσολάβησης στρατιωτικά, στη διασαφήνιση του καθεστώτος των Στενών στο Ορμούζ.
Η υπόθεση των Στενών για την Ελλάδα αλλά και για το σύνολο των ναυτικών δυνάμεων και των κύριων δεξαμενών ισχύος και αποφάσεων της διεθνούς οικονομίας αφενός δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος του πολέμου στο Ιράν, αφετέρου πολύ περισσότερο δεν μπορεί στο διεθνές καθεστώς των Στενών στον κόσμο και όχι μόνο στην εν λόγω γεωγραφική περιοχή να αναγνωρισθεί, έστω de facto, δικαίωμα ιδιοκτησίας, επιρροής, επέμβασης, επιτροπείας από παράκτιο κράτος.
Μπορεί πρόσκαιρα, για παράδειγμα εξαιτίας του πολέμου όπου έχει εμπλακεί, η Τεχεράνη να ασκεί βία και εκβιασμό στη διεθνή ναυτιλία στη βάση των Στενών του Ορμούζ, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αναγνωρισθεί στη διεθνή πρακτική ως νόμιμη ή νομιμοποιημένη μια τέτοια ενέργεια. Μπορεί στην περίπτωση του πολέμου να υπάρχουν επιχειρήσεις με drones και άλλα μέσα, ακόμη και με ρεσάλτο κατάληψης εμπορικών πλοίων, αλλά αυτό προκύπτει ως αυθαιρεσία ή επιβολή πίεσης στη διεθνή κοινότητα και όχι ως δικαίωμα. Η εξομοίωση των διεθνών Στενών σε όλο τον κόσμο και όχι στον Κόλπο μόνο με το καθεστώς της Διώρυγας τύπου Σουέζ και Παναμά, που συνιστούν τεχνικά έργα ως προς την επιβολή τελών διέλευσης, δεν ευσταθεί σε καμία περίπτωση και ανοίγει τον «ασκό του Αιόλου» σε όλο τον πλανήτη, όσον αφορά το δικαίωμα διέλευσης της διεθνούς ναυτιλίας, χωρίς τον διαχωρισμό της σημαίας στη βάση της γεωπολιτικής ή των τοπικών ανταγωνισμών. Εξάλλου η νομιμοποίηση τέλους διέλευσης στο Ορμούζ στην παρούσα συγκυρία ως μέθοδος ισολογισμού μέρους των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί από χρόνια στο Ιράν επίσης δεν μπορεί να αποτελέσει επιλογή.
Μπορεί να υπάρξει αντίλογος ότι και οι ΗΠΑ με τον ναυτικό πολεμικό στόλο τους έχουν προχωρήσει σε εξωτερικό αποκλεισμό του Ορμούζ και μάλιστα συνοδευόμενο από αποκλεισμό των λιμανιών του Ιράν, παραπέμποντας στο ιστορικό παρελθόν της «διπλωματίας των κανονιοφόρων». Αλλά σε καμία περίπτωση η Ουάσινγκτον (ηγέτιδα των ναυτικών δυνάμεων) δεν θέλησε να δώσει νομικό και σταθερό προσδιορισμό στην πρακτική της αυτή, με την οποία πιέζει λειτουργικά και οικονομικά την Τεχεράνη να λάβει γρήγορες αποφάσεις για την πορεία προς μια συμφωνία λήξης των πολεμικών συγκρούσεων.
Ακριβώς επειδή η Ελλάδα τυγχάνει στην παρούσα συγκυρία εκτός από σημαντική ναυτική δύναμη να είναι και μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας στον ΟΗΕ, σε πλήρη συντονισμό με την Ουάσινγκτον μπορεί να στηρίξει ως δρώσα «καλών προθέσεων» την προετοιμασία της σύμπτωσης θέσεων μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας αλλά και των ευρωπαϊκών δυνάμεων, Γαλλίας, Ηνωμένου Βασιλείου (επαφή με πρόεδρο Μακρόν και βασιλιά Κάρολο ως επικεφαλής της Κοινοπολιτείας) στην εκ νέου διακήρυξη και επιβεβαίωση του ειδικού καθεστώτος των διεθνών Στενών επί του συνόλου τους ως προς την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Το γεγονός ότι και το Ιράν στην παρούσα φάση δείχνει ευήκοο ως προς την εξαίρεση των Στενών του Ορμούζ και του καθεστώτος τους από τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ με τη μεσολάβηση του Πακιστάν διευκολύνει τέτοιου τύπου διαδικασίες στο πεδίο του ΟΗΕ, για μια ομόφωνη απόφαση/ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας για τα διεθνή Στενά, άσχετα με την παρούσα ή τυχόν ακόλουθες θερμές συγκρούσεις.
Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη ως κρατικός δρων θα μπορούσε να ζητήσει και να τύχει της συνδρομής στην προσπάθεια αυτή διαμεσολάβησης στον ΟΗΕ και από μη κρατικούς δρώντες, στο επίπεδο των διεθνών ναυτιλιακών και ενεργειακών συμφερόντων, πρωτοβουλία που περιεγράφηκε διεξοδικά και εμπρόθεσμα σε άρθρο ενός από τους πλέον σημαντικούς Έλληνες εφοπλιστές και επιχειρηματίες, του κ. Ευάγγελου Μαρινάκη -με έντονη παρουσία στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης-, στη βρετανική «Daily Telegraph» (16/3/2026).
Εφημερίδα Απογευματινή











