Ποιος θα τραβήξει το κάρο στο rebranding της Ε.Ε.;

Η πικρή αλήθεια είναι πως η Ευρώπη βρίσκεται σε φάση µεταβατικής αστάθειας, µε τρεις άξονες «τροφοδοσίας»: την πόλωση των κοινωνιών, τις αδύναµες κυβερνήσεις και την ενίσχυση των αντισυστηµικών δυνάµεων
16:00 - 11 Μαΐου 2026

Στη Γερµανία, πρώτη φορά το ακροδεξιό AfD παίρνει καθαρό προβάδισµα από τη Χριστιανοδηµοκρατική Ενωση (CDU) του καγκελάριου Μερτς. Την ίδια ώρα, ο βασικός κυβερνητικός σύµµαχος, το Σοσιαλδηµοκρατικό Κόµµα (SPD), εξακολουθεί να φυλλορροεί. Οι διαφωνίες και διχογνωµίες των κυβερνητικών εταίρων σε κεφαλαιώδη ζητήµατα οικονοµίας, ενέργειας, υγείας ωθούν τον έναν στους δύο Γερµανούς να εκτιµούν ότι ο κυβερνητικός συνασπισµός θα πέσει πριν από την ώρα του.

Σε ένα… παράλληλο σύµπαν οι συζητήσεις στις Βρυξέλλες, για µια αναγέννηση του ευρωπαϊκού οράµατος, για µια επανεκκίνηση στην οικονοµία, την ενέργεια, την άµβλυνση των ανισοτήτων, τη διεύρυνση, καρκινοβατούν. Γιατί καλά τα ωραία λόγια, οι βαρύγδουπες εξαγγελίες, οι συµφωνίες για κοινή άµυνα, αλλά η πικρή αλήθεια είναι πως η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν βρίσκεται σε φάση αναγέννησης -πολύ θα το θέλαµε όλοι- αλλά σε φάση µεταβατικής αστάθειας. Τρεις παράγοντες είναι που την τροφοδοτούν: η πόλωση των κοινωνιών, οι αδύναµες κυβερνήσεις και η ενίσχυση των αντισυστηµικών δυνάµεων. Με άλλα λόγια, η ευρωπαϊκή ανασυγκρότηση εξαρτάται πλέον περισσότερο από την εσωτερική σταθερότητα των κρατών-µελών, παρά από τα ίδια -έτσι κι αλλιώς αποδυναµωµένα- ευρωπαϊκά όργανα.

Ας δούµε όµως την εικόνα που επικρατεί στις µεγαλύτερες δυνάµεις της Ε.Ε., αλλά και στη Μεγάλη Βρετανία, που φιλοδοξεί να παίξει ενεργό ρόλο στο ευρωπαϊκό rebranding.

Στη Γερµανία, ο καγκελάριος Μερτς βρίσκεται στο ναδίρ της δηµοτικότητάς του –µόλις το 15% εκφέρει θετική γνώµη-, µε την οικονοµία να είναι στάσιµη και την κόντρα µε τον πρόεδρο Τραµπ να φέρνει και εσωτερικούς κλυδωνισµούς. Την ίδια ώρα, συµφωνίες, όπως το RearmEU, είναι «ορφανές» από έµψυχο δυναµικό στις Ενοπλες ∆υνάµεις. Οσο για τον συσχετισµό δυνάµεων, µπατάρει προς το AfD, που εκφράζει µεγάλες διαφωνίες για την ευρωπαϊκή ανάταση.

Στη Γαλλία, ο πρόεδρος Μακρόν κινείται πλέον µε ηµεροµηνία λήξης, καθώς οι προεδρικές εκλογές θα γίνουν τον Απρίλιο του 2027. Οµως η πολιτική αστάθεια και ακυβερνησία τον συνοδεύουν εδώ και καιρό -και θα τον συνοδεύουν µέχρι την κάλπη, αποδυναµώνοντάς τον από την όποια συµβολή του στο restart της Ε.Ε. Με τη δηµοτικότητά του στο ναδίρ (75% αρνητικές γνώµες), µε µεγάλη κοινωνική ένταση, µε ελλείµµατα πάνω από τα ευρωπαϊκά όρια, µε τα πολιτικά άκρα, έντονα επικριτικά για την Ε.Ε., να ενισχύονται, όλα αυτά µεταφέρουν την εσωτερική παράλυση και στο κοινοτικό πλαίσιο.

Στην Ισπανία, ο Πέδρο Σάντσεθ δεν περνά καλύτερες µέρες. Ηδη στην περίοδο της κρίσης στη Μέση Ανατολή έχει σαφή και ανοιχτή διαφοροποίηση από τις επιλογές άλλων ισχυρών εταίρων στην Ε.Ε. Παράλληλα, το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόµµα (PSOE) φθείρεται καθηµερινά από σοβαρά σκάνδαλα διαφθοράς σε επίπεδο κορυφής, ενώ η πολιτική αστάθεια επιτείνεται από τον σαθρό κυβερνητικό συνασπισµό µε την Αριστερά και τα αυτονοµιστικά κόµµατα Βάσκων και Καταλανών. Η πιθανότητα πρόωρων εκλογών αυξάνεται. Πολλοί στην Ισπανία, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες µάλιστα, απέδωσαν την πρόσφατη πρωτοβουλία συνάντησης ηγετών και κεντροαριστερών κοµµάτων στη Βαρκελώνη ως αντιπερισπασµό στην εσωτερική αστάθεια.

Την πρωθυπουργό της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, είναι δύσκολο να την «ψυχογραφήσουν» οι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες για το πού το πάει. Ο «Economist» έγραφε πρόσφατα για το πώς µια µεγάλη χώρα συµπεριφέρεται σαν µικρή, επικαλούµενη την αµφιταλάντευσή της ανάµεσα στην Ευρώπη και τον πρόεδρο Τραµπ. Σε δηµοψήφισµα του Μαρτίου, η πλειονότητα των Ιταλών ψηφοφόρων απέρριψαν τις µεταρρυθµίσεις που πρότεινε για το δικαστικό σύστηµα. Είναι αδύνατο να γνωρίζουµε τι έκρινε την ισορροπία, αλλά η µεταρρύθµιση µετατράπηκε σε δοκιµασία για τη δηµοτικότητά της. Παρά τη σχετική υπεροχή της κυβέρνησής της, κανείς δεν πιστεύει ότι η κ. Μελόνι θα σπεύσει από τις πρώτες για να τραβήξει το κάρο της Ε.Ε. που είναι βαλτωµένο στη στασιµότητα.

Την ίδια ώρα, στη Μ. Βρετανία, που ήρθε κοντά στην Ε.Ε. µετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, «βλέπει» την πλάτη του Φάρατζ στις δηµοσκοπήσεις, µε το Εργατικό Κόµµα να καταρρέει δηµοσκοπικά, την οικονοµία να παραπαίει και το µεταναστευτικό να δυναµιτίζει τις πολιτικές του «κεντρώου προγράµµατος σταθερότητας».

Στο µεταξύ, κραδασµοί καταγράφονται και σε µικρότερα κράτη-µέλη, όχι σε ενθαρρυντική κατεύθυνση. Στη Βουλγαρία, νέος πρωθυπουργός είναι ο Ρούµεν Ράντεφ, φιλορωσικών προτιµήσεων. Στη Ρουµανία κατέρρευσε ο φιλοευρωπαϊκός κυβερνητικός συνασπισµός του Ιλιε Μπολοζάν, µε αντίκτυπο στις σχέσεις της χώρας µε την Ε.Ε.

Ερώτηµα: Πώς είναι δυνατόν να µη βραχυκυκλώσουν οι µεταρρυθµιστικές απόπειρες για την ανάταση της Ε.Ε. στην άµυνα, στη δηµοσιονοµική ένωση και τη εµβάθυνση της ολοκλήρωσης µε ηγέτες που δεν διαθέτουν πολιτικό κεφάλαιο στο εσωτερικό των χωρών τους και µάλιστα σε αυτές που θεωρούνται η «ατµοµηχανή του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι»; Ειδικότερα, πώς θα λειτουργήσει ο γαλλογερµανικός άξονας, όταν η Γαλλία παραλύει από τη θεσµική κρίση και η Γερµανία διαθέτει µια ηγεσία που φθείρεται; Πώς θα υπερισχύσει το ευρωπαϊκό πνεύµα όταν στα κράτη-µέλη κυριαρχούν η αστάθεια και η εσωστρέφεια; Πώς θα ανακοπεί το ρεύµα του ευρωσκεπτικισµού µε τις ακροδεξιές δυνάµεις να ενισχύονται; Ιδού οι απορίες…

Κυριακάτικη Απογευματινή