Ο Γιάκομπ Νίστρουπ ετοιμάζει βαλίτσες για να έρθει στη χώρα μας, για να διαδεχτεί με κάθε επισημότητα τον Ράφα Μπενίτεθ στην τεχνική ηγεσία του Παναθηναϊκού, και φυσικά η συζήτηση για τον νέο προπονητή του «τριφυλλιού» μονοπωλεί τις τελευταίες ώρες την αθλητική επικαιρότητα.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η περίπτωση του Δανού τεχνικού, καθώς πρόκειται για ένα project που όμοιό του δεν υπάρχει στα χρονικά της σύγχρονης ιστορίας του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού.
You… foul, που έλεγε και ο Βαμβακούλας. Αποσύρουμε τη λέξη project καθώς, όπως αποδείχτηκε και με την ταχύτητα που κατέληξε στον κάλαθο των αχρήστων το project «Βοτανικός 2027», ο συγκεκριμένος όρος απουσιάζει ολοκληρωτικά από το λεξικό των «πράσινων» επί των ημερών διοίκησης του Γιάννη Αλαφούζου.
Όλοι κρίνονται από το αποτέλεσμα, αξιολογούνται από… εξωτερικούς συμβούλους του ιδιοκτήτη της ΠΑΕ Παναθηναϊκός και φυσικά δεν υπάρχει η παραμικρή υπομονή, στήριξη και εμπιστοσύνη σε ένα μακροπρόθεσμο πλάνο αγωνιστικής ανάτασης της ομάδας.
Άρα, ανεξαρτήτως της χρονικής διάρκειας συμβολαίου του Νίστρουπ, ο πρώην προπονητής της Κοπεγχάγης θα ξέρει ότι ενδέχεται να αναζητεί ομάδα από το φθινόπωρο, αν, για παράδειγμα, δεν οδηγήσει το «τριφύλλι» σε League Phase ευρωπαϊκής διοργάνωσης ή αν έχει προβληματική εκκίνηση στο νέο πρωτάθλημα της Super League. Επειδή κουβαλά τη φήμη ενός πανέξυπνου ανθρώπου, αποκλείεται να πιστεύει ότι θα του δοθεί χρόνος να χτίσει μια ομάδα που θα αρχίσει να αποδίδει καρπούς… με αργά και σταθερά βήματα.
Γιατί, όμως, χαρακτηρίζουμε τον Γιάκομπ Νίστρουπ ως πρωτόγνωρη περίπτωση προπονητή στα χρονικά του Παναθηναϊκού; Μια ματιά στα ιστορικά δεδομένα των προφίλ των τεχνικών που έχουν εργαστεί στο «τριφύλλι» θα σας δώσει την απάντηση.
Να ξεκινήσουμε από τα προφανή: Οι «πράσινοι» εμπιστεύονται Σκανδιναβό προπονητή μόλις για τρίτη φορά στα χρόνια του ελληνικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου, μετά τον Γκίντερ Μπένγκστον στη δεκαετία του ’80 και τον Χανς Μπάκε τη σεζόν 2006-2007 με τη θητεία του να διαρκεί μόνο για… τρία ματς πρωταθλήματος.
Ρίσκο και προσαρμογή
Μέχρι σήμερα οι δεξαμενές από τις οποίες επέλεγε προπονητές ο Παναθηναϊκός ήταν κυρίως τρεις: Άριστοι γνώστες του ελληνικού ποδοσφαίρου (π.χ. Γκμοχ, Δανιήλ, Μπόνεφ, Αναστασιάδης, Κυράστας, Σάντος, Νιόπλιας, Αναστασίου, Μαρκαριάν, Δώνης, Γιοβάνοβιτς), «βαριά» ονόματα (όπως ο Μπένγκστον, ο Όσιμ, ο Μαλεζάνι, ο Φερέιρα, ο Στραματσόνι, ο Μπόλονι, ο Τερίμ, ο Αλόνσο, ο Μπενίτεθ), αλλά και άγνωστοι στο ευρύ κοινό έμπειροι προπονητές με επιτυχίες στις χώρες τους (π.χ. Πάκερτ, Σουμ, Ρουί Βιτόρια).
Η περίπτωση ενός Σκανδιναβού 38χρονου φιλόδοξου προπονητή, με κατακτήσεις πρωταθλημάτων, όμως, στο παλμαρέ του, δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία του «τριφυλλιού».
Εξ ορισμού, λοιπόν, το συγκεκριμένο εγχείρημα μοιάζει ενδιαφέρον, ελκυστικό, «ψαγμένο», αλλά και εξαιρετικά ριψοκίνδυνο. Όχι επειδή ο Νίστρουπ είναι καλός, μέτριος ή κακός προπονητής, αλλά διότι θα φανεί στην πράξη κατά πόσο είναι συμβατός με έναν πολύ ιδιαίτερο οργανισμό.
Επιπλέον, δεν αρκεί να διαθέτει ικανότητες ένας τεχνικός για να επιβιώσει στον… ποδοσφαιρικό παραλογισμό και την έλλειψη συνέπειας και σταθερότητας που χαρακτηρίζουν τον Παναθηναϊκό εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία.
Θα κληθεί να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον που πιθανότατα δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις αρχές της σκανδιναβικής κουλτούρας. Γι’ αυτό πρέπει να περιμένουμε κατά πόσο μπορεί ένας Σκανδιναβός να προσαρμοστεί σε ολοκαίνουργια δεδομένα, πόσω μάλλον ο πρώτος Δανός που θα δούμε να κάθεται ποτέ σε πάγκο ομάδας του Big 4.
Ειλικρινά, η επιλογή Νίστρουπ είναι εξαιρετικά δύσκολο να αξιολογηθεί πριν δοκιμαστεί στο χορτάρι. Δεδομένα, αποτελεί μια απόφαση υψηλού ρίσκου. Το ίδιο, όμως, δεν θα ίσχυε για οποιονδήποτε τεχνικό στον σημερινό Παναθηναϊκό;
Εφημερίδα Απογευματινή











