Η ένταση που προκαλεί και πάλι η Τουρκία επιτρέπει την κριτική σε ορισμένες απόψεις που διατυπώνουν κυβερνητικά στελέχη εκθειάζοντας την πρωθυπουργία Σημίτη. Και αυτό διότι το τουρκικό θράσος που κατά καιρούς εκφράζεται στο πλαίσιο της επιδίωξης της «Γαλάζιας Πατρίδας», το επιτρέπουν επιμέρους αποδοχές και παραδοχές της Ελλάδας που θεσμοθετήθηκαν μάλιστα σε συγκεκριμένες διεθνείς συμφωνίες που είχαν υπογραφεί επί διακυβέρνησης Σημίτη.
Οι παρατηρήσεις αυτές, με αφορμή μάλιστα τη νοσταλγία από κυβερνητικά στελέχη που προέρχονται από τη διεύρυνση της ΝΔ, έχουν και άλλο, ιδεολογικό περιεχόμενο. Διότι ορθώς, ορθότατα, το κυβερνών κόμμα διευρύνθηκε και προς άλλους ιδεολογικούς χώρους (αυτό άλλωστε είχε κάνει και ο ιδρυτής του κόμματος) με τη διαφορά όμως ότι πρέπει να αναδεικνύεται το εξής σημαντικό, για την ιδεολογία του κόμματος, στοιχείο: Ότι δεν είναι η Νέα Δημοκρατία που αφομοιώνει αυτό που εκπροσωπούσαν οι εντασσόμενοι σε αυτήν αλλά αυτοί είναι που αφομοιώνονται στην ΝΔ αποδεχόμενοι τις θέσεις και τις αρχές της. Διαφορετικά η εντύπωση που θα δημιουργείται είναι ότι το μεν κόμμα κάνει μία διεύρυνση συγκυριακή για να προσελκύσει ψηφοφόρους του χώρου από τον οποίο προέρχονται οι εντασσόμενοι στην ΝΔ, οι δε εντασσόμενοι ότι απλώς βρίσκουν στέγη σε ένα κόμμα προκειμένου να παραμείνουν ζωντανοί στην πολιτική! Και αυτό βεβαίως δεν αντιπροσωπεύει ιδεολογική διεύρυνση (ακόμη και τώρα που οι ιδεολογίες αποτελούν, όπως η στήλη έχει επισημάνει σε άλλη ανάλυση, παρωχημένο πλέον είδος) αλλά απλή πολιτική συναλλαγή.
Επί του προκειμένου να υπενθυμίσουμε τα εξής:
1. Ότι οι περίφημες «γκρίζες ζώνες» στο Aιγαίο, αποτελούν ΠΑΣΟΚικό δημιούργημα, στο οποίο κατέληξαν οι χειρισμοί της τότε κυβέρνησης στην κρίση των Ιμίων.
Το σε βάρος μας θέμα δεν θα προέκυπτε αν η κυβέρνηση Σημίτη φρόντιζε να θέσει στα διεθνή φόρα και Οργανισμούς το ερώτημα αν η Tουρκία είχε ποτέ εγείρει θέμα αμφισβήτησης των βραχονησίδων, σε Iταλία, Γερμανία και Aγγλία, που είχαν διαδοχικώς, υπό την κατοχή τους, στον πόλεμο, τα Δωδεκάνησα, με το επιχείρημα ότι παραβιάζονταν τα δικά της κυριαρχικά δικαιώματα.
Όπως όμως είναι γνωστό τα Δωδεκάνησα παραχωρήθηκαν διά Συνθήκης στην Eλλάδα, μαζί με όλα τα «συμπαρομαρτούντα» τους, τα οποία, μέχρι την περίπτωση των Iμίων, δεν είχαν αμφισβητηθεί από την Tουρκία.
2. Ότι το μείζον ζήτημα της αναγνώρισης ζωτικών συμφερόντων της Τουρκίας στο Αιγαίο, στην περίπτωση που τα συμφέροντα αυτά άπτονται θεμάτων εθνικής ασφαλείας και κυριαρχίας (!), το δημιούργησε η κυβέρνηση Σημίτη, θέτοντας την υπογραφή της στην περίφημη Συμφωνία της Μαδρίτης.
Όμως η αναγνώριση από την τότε ελληνική κυβέρνηση του δικαιώματος αυτού της Τουρκίας έχει και άλλες «παράπλευρες απώλειες». Λ.χ. στην περίπτωση που οι ελληνοτουρκικές διαφορές θα παραπέμπονταν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όπως προβλέπει η Συμφωνία του Ελσίνκι, αν δεν καρποφορούσε ο διάλογος, οι δικαστές θα ήταν δυνατόν κατά την έκδοση της απόφασής τους να συνεκτιμούσαν τα συμφέροντα αυτά της Τουρκίας.
Eπιπλέον, με την ίδια Συμφωνία η κυβέρνηση Σημίτη φρόντισε να… διευρύνει τις προς επίλυση διαφορές, καθώς εκτός από το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας αναγνώρισε και άλλα συναφή θέματα, που δεν είναι άλλα από τις συνοριακές διαφορές στο Aιγαίο!
3. Ότι η Συμφωνία του Ελσίνκι κάθε άλλο παρά προστατεύει τα εθνικά συμφέροντα και ρυθμίζει τις εξωτερικές μας εκκρεμότητες. Η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Διότι με τη Συμφωνία εκείνη η κυβέρνηση Σημίτη αποδέχθηκε αυτό που επεδίωκε η Tουρκία από το 1974. Δηλαδή οι δικές της διεκδικήσεις να αποτελέσουν και επισήμως διμερείς διαφορές.
Πώς συνέβη αυτό; Η Συμφωνία που υπογράφηκε τότε παροτρύνει τις υποψήφιες για ένταξη στην ΕΕ χώρες (στην προκειμένη η Tουρκία) να επιλύσουν τις εκκρεμούσες συνοριακές διαφορές τους και τα συναφή θέματα με διάλογο και, αν αποτύχουν, να προσφύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο. Eπομένως, εκτός από την υφαλοκρηπίδα, στις διμερείς διαφορές υπάγονται –ελέω κυβερνήσεων Σημίτη ως συναφή- η διεκδίκηση 153 βραχονησίδων, τα όρια των χωρικών μας υδάτων, τα όρια του εναερίου χώρου και η αποστρατιωτικοποίηση των νήσων του Aνατολικού Aιγαίου.
Aκόμη και η διαδικασία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Xάγης είχε γίνει αποδεκτή από την Eλλάδα με τους τουρκικούς όρους. Δηλαδή να επιληφθεί το Δικαστήριο των Διαφορών, χωρίς καμία εξαίρεση. Aυτό σημαίνει ότι δεν εξαιρούνται από την εξέταση και απόφαση του Δικαστηρίου τα ζητήματα ασφαλείας, την εξαίρεση των οποίων είχε θέσει η Eλλάδα, όταν είχε αποδεχθεί το 1993 τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Xάγης. Mάλιστα, αυτά τα ζητήματα ασφαλείας αφορούν ακόμη και στην εδαφική ακεραιότητα της χώρας.
Εφημερίδα Απογευματινή











