Στο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται ενόψει των εκλογών, η συζήτηση για τον Αντώνη Σαμαρά δεν είναι πλέον περιθωριακή. Αγγίζει την Κεντροδεξιά – Δεξιά και επηρεάζει τη συνολική εικόνα της Νέας Δημοκρατίας. Σε μια περίοδο που η χώρα αναζητά σταθερότητα, οι εσωτερικές διεργασίες αποκτούν ιδιαίτερο βάρος. Δεδομένο είναι ότι ο Αντώνης Σαμαράς θα προχωρήσει στη δημιουργία ενός κόμματος «μιας χρήσης», όπως θα μπορούσε να το αποκαλέσει κανείς. Μια κίνηση που δεν φαίνεται να υπαγορεύεται μόνο από ιδεολογικές διαφοροποιήσεις ή τεχνικές διαφωνίες στην εξωτερική πολιτική. Περισσότερο μοιάζει με προσωπική επιλογή, με κεντρικό άξονα την αμφισβήτηση της παραμονής του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία.
Η χρονική καθυστέρηση στην επίσημη ανακοίνωση αυτής της πρωτοβουλίας δεν θεωρείται τυχαία. Πολλοί τη διαβάζουν ως στάση αναμονής. Ως προσπάθεια να φανεί αν θα υπάρξουν εσωτερικές ανακατατάξεις στη Νέα Δημοκρατία που θα μπορούσαν να αλλάξουν τους συσχετισμούς χωρίς ρήξη. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, καθώς η επιλογή της αυτόνομης καθόδου της ΝΔ υπό την ηγεσία Μητσοτάκη είναι αδιαμφισβήτητη.
Ο Αντώνης Σαμαράς έχει μια βαριά και βεβαρυμμένη πολιτική διαδρομή. Από το 1977-στα 25 του μόλις- στη Βουλή, με τη στήριξη του Ευάγγελου Αβέρωφ, μέχρι την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και την πρωθυπουργία, που έδωσε τις μάχες του σε δύσκολές συνθήκες. Δεν είναι ένας τυχαίος παίκτης. Είναι όμως ένας πολιτικός που έχει επιλέξει επανειλημμένα τη ρήξη ως εργαλείο παρέμβασης.
Δεν μπορεί να ξεχαστεί η εμπειρία της Πολιτικής Άνοιξης τη δεκαετία του ’90. Εκείνη η επιλογή, που σε μεγάλο βαθμό αποστέρησε από τη Νέα Δημοκρατία κρίσιμες πολιτικές δυνάμεις, καταγράφηκε στην πολιτική μνήμη ως καταλυτικός παράγοντας ανακατατάξεων. Κατά την τότε πολιτική ανάγνωση, η στάση εκείνης της περιόδου συνέβαλε σαφώς στη διατήρηση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, μέσα από τη δυναμική που διαμορφώθηκε στην προεδρική εκλογή του 1995. Το ιστορικό αυτό προηγούμενο επανέρχεται σήμερα ως σημείο σύγκρισης, έστω κι αν οι συνθήκες είναι διαφορετικές.
Η σημερινή συζήτηση για ένα νέο εγχείρημα επαναφέρει αναπόφευκτα εκείνες τις μνήμες. Και δημιουργεί στους καλόπιστους τον προβληματισμό αν πρόκειται για μια επανάληψη της ίδιας λογικής, έστω σε νέα μορφή. Σε άλλους την αίσθηση του «μία από τα ίδια».
Ο Κώστας Καραμανλής, από την άλλη πλευρά, κινείται σε πιο ήπιο και θεσμικό πλαίσιο. Η στάση του δεν δείχνει διάθεση ενεργού εμπλοκής σε εσωκομματικές συγκρούσεις. Η πολιτική του εικόνα παραμένει συνδεδεμένη για τον πολύ κόσμο με την ενότητα της παράταξης και όχι με τη διάσπασή της, κάτι που θα έπρεπε να λειτουργεί ως άτυπο όριο στις κινήσεις του.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Νέα Δημοκρατία με τα λάθη, τις αστοχίες, τις παραλείψεις και την αλαζονεία πολλών στελεχών της εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα κυβερνησιμότητας και θεσμικής συνέχειας. Ακόμη και δημοσκοπικά. Παρά τις αδυναμίες της, παραμένει η μοναδική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα σε μια περίοδο διεθνούς και εσωτερικής αβεβαιότητας. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο οι προσωπικές στρατηγικές του κ. Σαμαρά ή κάθε άλλου. Είναι το συνολικό αποτέλεσμα που παράγουν για τη χώρα. Οι κινήσεις που οδηγούν σε ρήξεις χωρίς προοπτική διακυβέρνησης δημιουργούν πρόσκαιρους κραδασμούς, αλλά όχι λύσεις. Και τελικά, η πολιτική ευθύνη δεν κρίνεται στις προθέσεις αλλά στα αποτελέσματα. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι επιλογές της συγκυρίας αφήνουν βαθύ αποτύπωμα για χρόνια.
Στο διά ταύτα, μακάρι το κόμμα μιας χρήσης του κ. Σαμαρά να μην αποδειχθεί ακόμη πιο μοιραίο για τον τόπο από την Πολιτική Άνοιξη, που μόνο άνοιξη δεν έφερε στην παράταξη και τη χώρα.
Εφημερίδα Απογευματινή










