H χώρα είναι αν μη τι άλλο εμφανές ότι έχει εισέλθει για τα καλά σε προεκλογική τροχιά, ανεξαρτήτως τελικά αν οι κάλπες στηθούν το προσεχές φθινόπωρο ή -σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη- την άνοιξη του 2027. Την ώρα που μια σειρά ζητήματα, τα οποία βεβαίως και ξεχωριστή σημασία έχουν στον δρόμο προς τις εθνικές εκλογές και… πολιτικά ιντριγκάρουν και προβληματίζουν περισσότερο το στελεχιακό δυναμικό των κομμάτων και τους δημοσιογράφους και λιγότερο τους πολίτες, όπως δείχνουν οι μετρήσεις δεδομένης της απόλυτης κυριαρχίας της Οικονομίας στο σχετικό πεδίο, τα διλήμματα του επόμενου διαστήματος και οι κεντρικές στρατηγικές των κομμάτων φαίνεται να μπαίνουν σιγά στην εξίσωση.
Μέτωπα όπως το κράτος δικαίου και η λειτουργία των θεσμών αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης, με την αντιπολίτευση, το νεοσύστατο κόμμα Τσίπρα, αλλά και τον Αντώνη Σαμαρά που ετοιμάζεται για το δικό του εγχείρημα, να ποντάρουν σε θέματα, όπως οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις ή (λιγότερο πια μετά τις τελευταίες εξελίξεις) ο ΟΠΕΚΕΠΕ και την κυβερνητική πλευρά να έρχεται να υπενθυμίσει στιγμές που έγιναν λάβαρο της «γαλάζιας» ρητορικής και κριτικής επί διακυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου, όπως η αλλαγή των ποινικών κωδίκων στο παραπέντε των προηγούμενων εθνικών εκλογών (σε μια είναι η αλήθεια πρωτοφανή συνθήκη που ξεπέρασε και αλησμόνητες στιγμές του παλαιού μεταπολιτευτικού δικομματισμού) ή ακόμη και τον νόμο Παρασκευόπουλου που δημιούργησε ένα ευνοϊκό περιβάλλον για καταδικασμένους για σκληρά αδικήματα.
Σίγουρα, υποθέσεις όπως οι παραπάνω, αλλά και πολλές ακόμη παράμετροι που αγγίζουν κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής από την Υγεία και την Εκπαίδευση, μέχρι τις σχέσεις κράτους και πολιτών, διαχρονικά παίζουν τον ρόλο τους στη διαμόρφωση του προεκλογικού κλίματος και των ισορροπιών. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση της Ασφάλειας ή της θωράκισης της χώρας σε διπλωματικό και αμυντικό επίπεδο. Όμως, όπως και να ’χει είναι πια απολύτως ξεκάθαρο ότι την πλάστιγγα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, θα τη γείρει η Οικονομία. Και αυτό είναι μια ευλογία και ταυτόχρονα κατάρα για την κυβέρνηση Μητσοτάκη στον δρόμο προς την εκλογική αναμέτρηση ή καλύτερα τις εκλογικές αναμετρήσεις που έρχονται. Βλέπετε, από τη μία η διακυβέρνηση Μητσοτάκη ταυτίστηκε με την πολιτική ομαλότητα και την κοινωνική ισορροπία που έφερε προϊόντος του χρόνου μια εμφανή βελτίωση σε ό,τι αφορά την οικονομική δραστηριότητα, η οποία με τη σειρά της δημιούργησε εν τοις πράγμασι περαιτέρω αναπτυξιακή προοπτική, όμως από την άλλη, την περίοδο της πανδημίας που κατά γενική ομολογία βοήθησε στη συνθήκη αυτή, διαδέχθηκαν τα «αγκάθια», τα οποία προκάλεσε η διεθνής ρευστότητα των τελευταίων ετών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη γνωστή επέλαση του πληθωρισμού εντός κι εκτός συνόρων, με την άνοδο στην τιμή της ενέργειας και των αγαθών πρώτης ανάγκης, παράμετρος που με τις γνωστές στρεβλώσεις που επικρατούν στη χώρα και με δεδομένα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εγχώριου οικονομικού γίγνεσθαι, στην Ελλάδα έγινε πολύ πιο αισθητή.
Η έλλειψη εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης ναι μεν δεν είχε τον αντίκτυπο που θα περίμεναν κάποιοι στη δημοτικότητα της κυβέρνησης, ωστόσο οι αρχικές καθυστερήσεις στη λήψη ορισμένων εκ των αναγκαίων μέτρων την έπληξαν ξεκάθαρα και μάλιστα σ’ έναν τομέα που μετά τα γεγονότα της διακυβέρνησης Τσίπρα και την αδυναμία Ανδρουλάκη να καταθέσει προτάσεις, οι οποίες θα ενίσχυαν τη θέση του αποτελεί προνομιακό πεδίο για τη γαλάζια παράταξη. Υπό αυτό το πρίσμα, η διακυβέρνηση Μητσοτάκη εξακολουθεί να έχει το μαχαίρι και το καρπούζι προκειμένου να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες, οι οποίες θα έφερναν πιο κοντά μια πιθανή επικράτηση στις επόμενες εκλογές, η οποία όμως να μην έχει τα χαρακτηριστικά μιας πύρρειου νίκης, με ό,τι αυτό θα σήμαινε για το κυβερνών κόμμα και για τη χώρα.
Δύο είναι τα βασικά σημεία στα οποία πρέπει να προκύψει ουσιαστικό αποτύπωμα πέραν των τιμών στα ράφια και των όποιων παρεμβάσεων κυρίως στο κομμάτι του πετρελαίου. Αφενός το Στεγαστικό και αφετέρου η αποκατάσταση αδικιών σε δεξαμενές της μεσαίας τάξης (προπάντων για τους ελεύθερους επαγγελματίες) και του αγροτικού κόσμου, οι οποίες υποδεικνύονται παραδοσιακά ως σημαντικοί παράγοντες της λεγόμενης κοινωνικής και πολιτικής ραχοκοκαλιάς της ΝΔ. Η εμπέδωση του αισθήματος σταθερότητας προοπτικής για το σύνολο της κοινωνίας, αλλά και γι’ αυτές τις κατηγορίες-κλειδιά, είναι σαφές πως θα δώσει μια διαφορετική δυναμική στην κάλπη, πολλώ δε μάλλον από την ώρα που ΠΑΣΟΚ και Τσίπρας παλεύουν να ισορροπήσουν μεταξύ ακοστολόγητων προτάσεων και λύσεων τύπου «θα τα πάρουμε από τους πλούσιους, να τα δώσουμε στους φτωχούς».
Όμως, όπως φανερώνουν και οι δημοσκοπήσεις, το πλεονέκτημα αυτό μπορεί εύκολα να καταστεί μειονέκτημα, αν η απογοήτευση ενός σημαντικού μέρους των Ελλήνων πολιτών, όπως καταγράφεται σήμερα, οδηγήσει σε απομάκρυνση της υπαρκτής ελπίδας και σε προσέγγιση μιας επιχειρηματολογίας απλώς, ευχάριστης στο αυτί χωρίς προφανές ουσιαστικό περιεχόμενο. Και το επικίνδυνο είναι να παγιδευτούν σ΄ αυτήν την πιθανότητα όχι εκείνοι που σταθερά βρίσκονται σε αυτό το κάδρο, αλλά κάποιοι από τους λεγόμενος… θεσμικούς ψηφοφόρος οι οποίοι θα μπορούσαν να υποκύψουν στο βάρος μιας δύσκολης καθημερινότητας… Και εκεί θα παραμονεύουν τα φαντάσματα του παρελθόντος…
Εφημερίδα Απογευματινή











