Τα αλλεπάλληλα περιστατικά βίας μεταξύ ανηλίκων αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη αντιμετώπισης της εφηβικής παραβατικότητας.
Πλέον παρατηρούμε ότι και τα κορίτσια εμπλέκονται όλο και συχνότερα σε επεισόδια βίας, καταρρίπτοντας τα παραδοσιακά στερεότυπα που συσχέτιζαν την επιθετικότητα με το ανδρικό φύλο. Παραδοσιακά η εγκληματολογική έρευνα συνέδεε την επιθετικότητα κυρίως με τα αγόρια, αποδίδοντας στα κορίτσια ηπιότερες ή «έμμεσες» μορφές βίας, όπως ο κοινωνικός αποκλεισμός, η διάδοση φημών και ο ηλεκτρονικός εκφοβισμός. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ποιοτική και ποσοτική μετατόπιση. Τα κορίτσια εμπλέκονται πλέον συχνότερα σε άμεσες, σωματικές συγκρούσεις, υιοθετώντας συμπεριφορές που παλαιότερα θεωρούνταν αποκλειστικά συμπεριφορές αγοριών.
Από ψυχολογική σκοπιά, η έξαρση της βίας μεταξύ κοριτσιών ερμηνεύεται μέσα από ένα πλέγμα αλληλένδετων παραγόντων, όπου οι διαπροσωπικές εντάσεις που πυροδοτούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κλιμακώνονται ραγδαία, μετατρέποντας την ψηφιακή επιθετικότητα σε σωματική βία ως το τελικό μέσο επιβολής. Στην εφηβεία η ανάγκη για κοινωνική αποδοχή, κυριαρχία και εδραίωση της θέσης στην ομάδα ωθεί συχνά τα κορίτσια σε βίαιες συμπεριφορές, προκειμένου να προβάλουν ισχύ απέναντι σε ανταγωνίστριες ή να αποδείξουν «σκληρότητα» στις συνομήλικές τους. Παράλληλα, η έκθεσή τους σε βίαια πρότυπα μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει καταρρίψει τα παραδοσιακά στερεότυπα, οδηγώντας στην εσωτερίκευση της επιθετικότητας ως ενός θεμιτού και αποτελεσματικού μηχανισμού διεκδίκησης και επίλυσης συγκρούσεων.
Η οικογένεια συνιστά το πρώτο και πλέον καθοριστικό πρωτογενές σύστημα κοινωνικοποίησης, καθώς στο πλαίσιό της διαμορφώνονται η συναισθηματική σταθερότητα, ο αυτοέλεγχος και η ηθική πυξίδα του ατόμου. Η ποιότητα των γονεϊκών δεσμών, η παροχή συναισθηματικής ασφάλειας, η σταθερή οριοθέτηση και η αποφυγή βίαιων προτύπων λειτουργούν ως ο ισχυρότερος προστατευτικός παράγοντας απέναντι στην εκδήλωση παραβατικών ή επιθετικών συμπεριφορών στην εφηβεία. Αντίθετα, η συναισθηματική παραμέληση, η έλλειψη ορίων ή η έκθεση σε ενδοοικογενειακές συγκρούσεις κανονικοποιούν τη βία ως μηχανισμό διαχείρισης της απόρριψης και των ματαιώσεων, καθιστώντας την ενδυνάμωση του οικογενειακού περιβάλλοντος τη σημαντικότερη αφετηρία για κάθε ουσιαστική στρατηγική πρόληψης.
Παράλληλα, η ανάγκη του εφήβου για αποδοχή και ανήκειν τον καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στην πίεση των συνομηλίκων, όπου ο φόβος της κοινωνικής απόρριψης μπορεί να οδηγήσει στην υιοθέτηση παραβατικών ή επιθετικών προτύπων. Στο πλαίσιο της παρέας ενεργοποιούνται φαινόμενα «ομαδικής πόλωσης» και «διάχυσης της ευθύνης», τα οποία αποδυναμώνουν τις ατομικές ηθικές αναστολές και κανονικοποιούν το ρίσκο, μετατρέποντας την ομάδα σε πεδίο επιβεβαίωσης ισχύος ή, στον αντίποδα, σε έναν ισχυρό προστατευτικό μηχανισμό όταν διέπεται από θετικές και υποστηρικτικές αξίες.
Η πρόληψη της εφηβικής παραβατικότητας απαιτεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση. Σε επίπεδο σχολείου, η εισαγωγή προγραμμάτων όπως της σχολικής διαμεσολάβησης ενισχύει την ενσυναίσθηση και εκπαιδεύει τους νέους στην ειρηνική επίλυση συγκρούσεων. Παράλληλα, η ενδυνάμωση των γονέων μέσω συμβουλευτικών δομών, η ενεργός παρουσία εξειδικευμένων ψυχολόγων στις εκπαιδευτικές κοινότητες και η δημιουργία ασφαλών κοινωνικών χώρων δημιουργικής έκφρασης θωρακίζουν τους εφήβους απέναντι στα βίαια πρότυπα. Η πρόληψη της ανήλικης παραβατικότητας δεν είναι πολυτέλεια αλλά η μόνη ουσιαστική επένδυση για το μέλλον των παιδιών μας.
Η κυρία Παπακίτσου είναι ψυχολόγος-εγκληματολόγος
Εφημερίδα Απογευματινή











