Η ανατοµία µιας φοιτητικής συνέλευσης, που έγινε εξουσία στη Σερβία

∆ηµιουργήθηκε ένα «κίνηµα χωρίς ηγέτη», όχι όµως και κίνηµα χωρίς οργάνωση ή πρόσωπα µε επιρροή, µε συνεκτικό πυρήνα την αντίθεση στην κοµµατική εξάρτηση του κράτους και την απαίτηση λογοδοσίας
18:59 - 1 Νοεμβρίου 2026

Plenum: ανοιχτή συνέλευση στα Πανεπιστήµια. Η λέξη-κλειδί για να κατανοήσουµε πώς µια φοιτητική κινητοποίηση έφτασε να κερδίσει τις εκλογές της περασµένης Κυριακής στη Σερβία, απέναντι στον Αλεξάντρ Βούτσιτς, που κυβερνούσε τη χώρα επί 14 συναπτά έτη. Και πώς αυτό έγινε κατορθωτό σε µια χώρα των Βαλκανίων, µε όχι και τόσο οµαλές σχέσεις µε το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, µε ισχυρούς κατασταλτικούς µηχανισµούς, µε ισχυρή δόση εθνικισµού. Ακόµη, πόσο εφικτό είναι να γίνονται συγκρίσεις µε τη δική µας πραγµατικότητα στα αµφιθέατρα – και όχι µόνο.

Η αφετηρία ήταν η κατάρρευση του στεγάστρου στον σιδηροδροµικό σταθµό του Νόβι Σαντ, την 1η Νοεµβρίου 2024. Ο τελικός απολογισµός έφθασε τους 16 νεκρούς. Για τους διαδηλωτές, η τραγωδία συµπυκνώθηκε στη φράση «η διαφθορά σκοτώνει». Οι φοιτητές ζητούσαν από εισαγγελείς, αστυνοµία, υπουργεία και πανεπιστηµιακές αρχές να ασκήσουν τις αρµοδιότητές τους. Εθεταν έτσι στο επίκεντρο τη λειτουργία των θεσµών, αντί να περιορίζουν τη σύγκρουση σε µια προσωπική αντιπαράθεση µε τον Βούτσιτς.

Μια µελέτη επιχειρεί να ρίξει φως τόσο στη γέννηση όσο και στην εξέλιξη της πολιτικής έκφρασης µε πυρήνα τους φοιτητές. Η «Anatomy of the Plenum» («Ανατοµία της συνέλευσης») δηµοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2026 από το Center for Nonviolent Conflict Research (CNCR). Η έρευνα βασίστηκε σε 26 εθελοντικές συνεντεύξεις, σε τρία Πανεπιστήµια. Εξετάζει πώς οι φοιτητικές συνελεύσεις έγιναν χώροι αποφάσεων, διαφωνίας και δηµοκρατικής µάθησης. Με βάση αυτή, ας δούµε ορισµένα διαφωτιστικά συµπεράσµατα.

Το οργανωτικό κύτταρο είναι το plenum, η γενική συνέλευση κάθε σχολής. Εκεί συζητούνται οι προτάσεις και αποφασίζονται οι δράσεις. Η συµµετοχή αφορά τους φοιτητές της αντίστοιχης σχολής. ∆εν πρόκειται για ανοιχτή συγκέντρωση, στην οποία µπορεί οποιοσδήποτε εξωτερικός παράγοντας να προσέλθει και να καθορίσει την απόφαση. Οι συνελεύσεις διατηρούν την αυτονοµία τους, ενώ οι µεγάλες κοινές ενέργειες απαιτούν συνεννόηση µεταξύ πολλών σχολών. ∆ηµιουργήθηκε στην πορεία ένα «κίνηµα χωρίς ηγέτη», όχι όµως και κίνηµα χωρίς οργάνωση ή πρόσωπα µε επιρροή. Σηµαίνει κυρίως ότι δεν αναγνωρίζεται ένας µόνιµος αρχηγός µε δικαίωµα να αποφασίζει για όλους. Ιδεολογικά, το κίνηµα είναι ετερογενές. Συνυπάρχουν διαφορετικές απόψεις για την Ε.Ε., τη Ρωσία, το Κόσοβο και την κοινωνικοοικονοµική πολιτική. Ο συνεκτικός πυρήνας είναι η αντίθεση στην κοµµατική εξάρτηση του κράτους και η απαίτηση λογοδοσίας.

Η αυτονοµία από τα κόµµατα είναι πολιτική επιλογή, που όµως κάθε άλλο παρά συνεπάγεται απουσία πολιτικού περιεχοµένου. Η έρευνα εστιάζει στο ζήτηµα των σχέσεων ανάµεσα σε plena και κόµµατα. Στα plena υπήρξε απαγόρευση κοµµατικών συµβόλων, δυσπιστία απέναντι σε αντιπολιτευόµενους ηγέτες και αιτήµατα προς τα κόµµατα να µην αξιοποιούν τις συγκεντρώσεις για την προβολή τους. Οι φοιτητές δεν υιοθέτησαν αυτοµάτως την πολιτική στρατηγική των κοµµάτων που τους υποστήριζαν.

Η πολιτικοποίηση που διαµορφωνόταν σταδιακά δεν έγινε συνώνυµο της κοµµατικοποίησης. Το ενδιαφέρον της σερβικής περίπτωσης βρίσκεται στην προσπάθεια να αντιστραφεί η συνηθισµένη σχέση κόµµατος και κινήµατος: οι συνελεύσεις να καθορίζουν τη στρατηγική και τους υποψήφιους και τα κόµµατα να αποφασίζουν αν θα υποστηρίξουν αυτή την επιλογή. Συνήθως θεωρούµε ότι κάποιος αποκτά πολιτικές πεποιθήσεις και κατόπιν συµµετέχει. Στο παράδειγµα της Σερβίας υπήρξε και η αντίστροφη διαδροµή: συµµετέχει επειδή τον αγγίζει ένα συγκεκριµένο γεγονός και, µέσα από αυτή την εµπειρία, αρχίζει να καταλαβαίνει διαφορετικά την πολιτική.

Κρίσιµο ζήτηµα, η ποιότητα της διαφωνίας. Το plenum αποκτά ιδιαίτερη δηµοκρατική αξία όταν επιτρέπει σε κάποιον να πει «πείστηκα». Στην κοµµατική αντιπαράθεση, η µετατόπιση συχνά παρουσιάζεται ως υποχώρηση ή ασυνέπεια. Σε µια διαδικασία διαβούλευσης, µπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η συζήτηση είχε πραγµατικό περιεχόµενο. Το κριτήριο εποµένως είναι κατά πόσο τα επιχειρήµατα µπορούν να επηρεάσουν την τελική απόφαση, αντί η ψηφοφορία να επικυρώνει ήδη παγιωµένους συσχετισµούς.

Ενα άλλο εύρηµα της έρευνας είναι ότι η απουσία επίσηµης ηγεσίας χρειάζεται συµπληρωµατικές εγγυήσεις διαφάνειας. Σε κάθε συλλογικότητα, όσοι διαθέτουν περισσότερο χρόνο, εµπειρία και πρόσβαση στις πληροφορίες αποκτούν µεγαλύτερη επιρροή. Αυτό δεν συνιστά αυτοµάτως χειραγώγηση. ∆ηµιουργεί όµως συγκεκριµένες υποχρεώσεις: έγκαιρη γνωστοποίηση προτάσεων, σαφή διαδικασία καθορισµού της ηµερήσιας διάταξης και δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου των συντονιστών. Η τυπική ισότητα της ψήφου πρέπει να συνοδεύεται από πραγµατικές δυνατότητες συµµετοχής.

Ενα κίνηµα δικαιούται να προστατεύει τις διαδικασίες του από εκφοβισµό, παραβίαση κανόνων ή υπονόµευση. Οφείλει ταυτόχρονα να ξεχωρίζει αυτές τις συµπεριφορές από την πολιτική διαφωνία. Η κοµµατική ιδιότητα, η διαφορετική στρατηγική και µια τεκµηριωµένη πράξη υπονόµευσης είναι διαφορετικά πράγµατα. Κάθε αποκλεισµός χρειάζεται συγκεκριµένη αιτιολόγηση και δυνατότητα αµφισβήτησης, διαφορετικά η προστασία της συλλογικότητας µπορεί να περιορίσει την εσωτερική της δηµοκρατία.

Είναι τα plena ένα πρωτότυπο κύτταρο πολιτικής άνδρωσης κυρίως των νέων; Είναι ένας πειραµατικός σωλήνας για τη σχέση τους µε την πολιτική και τα κόµµατα; Είναι ένα οργανωµένο, «αντισυστηµικό» ρεύµα, γνώρισµα νέων τάσεων στην εποχή µας; Ο χρόνος θα δείξει. Προς το παρόν, ας συγκρίνει ο καθένας µας την εξέλιξη αυτή σε σχέση µε τα δρώµενα στα δικά µας Πανεπιστήµια -αλλά και τις κοµµατικές συµπεριφορές- και ας επιχειρήσει τουλάχιστον να βγάλει ορισµένα χρήσιµα συµπεράσµατα.

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»