Σήμερα η Ευρώπη, χώρες της οποίας ταλαιπωρούνται από μεγάλες όσο και βίαιες κοινωνικές κινητοποιήσεις, αντιμετωπίζει ένα μεγάλο τριπλό πρόβλημα. Οικονομικό, σύμπνοιας και κοινών στόχων. Και αυτό είναι αποτέλεσμα των εγγενών δυσχερειών που δεν επέτρεψαν στα κράτη μέλη να διαμορφώσουν μία κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, αρχίζοντας από την εξωτερική και αμυντική πολιτική και φτάνοντας σε κοινούς άξονες που θα διέπουν τις οικονομίες των χωρών μελών.
Και όμως… Οι σημερινές δυσχέρειες της Ευρώπης προβλέπονταν σε ένα βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει στο Παρίσι το 1986 με τον τίτλο «Το φινλανδικό σύνδρομο» (και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις ΡΟΕΣ). Συγγραφέας του ένας 37χρονος, τότε, οικονομολόγος ο Alain Minc, ο οποίος την εποχή που έγραψε το βιβλίο είχε τη θέση του γενικού διευθυντή της Εθνικής Ένωσης Επιχειρηματιών Γαλλίας.
Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει σήμερα ότι οι τρεις παράγοντες που ανέφερε τότε ο Minc και που κατ’ αυτόν καθόριζαν τη στρατηγική μοίρα της Ευρώπης (επί τα χείρω βεβαίως), δηλαδή η Σοβιετική τότε, Ρωσική σήμερα, πίεση, η αμερικανική απομάκρυνση και η γερμανική ταυτότητα, δεν έχουν επηρεάσει την παρακμιακή πορεία της Ευρώπης;
Από τότε ο Minc προέβλεπε την ευρωπαϊκή οικονομική παρακμή και τη δημογραφική καθίζηση.
«Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, έγραφε στο βιβλίο του ο Minc, είναι καταδικασμένη στον ξεπεσμό εάν δεν αντικατασταθεί από μία στρατιωτική ανάπτυξη ή μια πολιτική ενοποίηση που θα της εξασφαλίζει έμμεσα την ανάπτυξη». Και βεβαίως η μετατροπή της ΕΟΚ σε Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εξασφάλιζε αυτομάτως την ενοποίηση που εννοούσε ο Minc, αφού η πολιτική αυτή ενοποίηση είναι όχι μόνο χαλαρή, αλλά έγινε όλο και πιο χαλαρότερη από το ξεχείλωμα της άλλοτε ΕΟΚ, από τη στιγμή που κανείς δεν είχε φροντίσει να προσδιορίσει προηγουμένως τα όρια αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία και θα καθόριζαν ποιοι θα είχαν θέση μέσα στην ΕΕ και ποιοι όχι. Αυτό ακριβώς το ξεχείλωμα έχει δυσχεράνει προ πολλού τη διαμόρφωση μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής που θα ήταν και ένα απτό δείγμα σοβαρής ενοποίησης, από τη στιγμή μάλιστα που κανένας, καλώς ή κακώς, δεν επιθυμεί να εκχωρήσει δικαιώματα εθνικής κυριαρχίας, έτσι ώστε μια πολιτική ενοποίηση να έχει και αυθεντικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, δεν ήταν ο Minc που σε ανύποπτο μάλιστα χρόνο «διάβαζε βουλωμένο γράμμα», ήταν ο τρόπος που μετατράπηκε μία Οικονομική Κοινότητα σε (πολιτική) Ένωση που προσδιόριζε και τα όρια της επιτυχίας (εν προκειμένω αποτυχίας) του εγχειρήματος. Αμφιβάλει κανείς σήμερα ότι ουσιαστικά παραμένει μία οικονομική κοινότητα η ΕΕ, στην οποία, όπως αποδεικνύει και η κρίση, το επάνω χέρι αντί να το έχουν οι πολιτικοί το έχουν οι τεχνοκράτες των κεντρικών Τραπεζών;
«Πως είναι δυνατόν, διερωτάτο το 1986 ο Minc, κράτη οικονομικά ισχνά και διάτρητα από τις δημοσιονομικές δυσκολίες, και που ταλαιπωρούνται από τα άλυτα προβλήματα της ανακατανομής εισοδήματος μεταξύ νέων και ηλικιωμένων, να προμηθεύουν, με ελαφριά καρδιά, με πόρους, έναν οργανισμό που ελέγχουν όλο και λιγότερο; (…) Πώς η Ευρώπη των δώδεκα και ίσως αύριο των δεκατεσσάρων ή των δεκαπέντε (σ.σ. εδώ έπεσε έξω ο Minc, δεδομένου ότι ενδεχομένως να πίστευε ότι και η επιπολαιότητα έχει τα όριά της γιατί δεν φανταζόταν το ξεχείλωμα της ΕΕ) θα κατορθώσει να λειτουργήσει διαφορετικά από μία μικρογραφία των σημερινών Ηνωμένων Εθνών, με άλλα λόγια με ένα δαπανηρό τέμενος των διεθνώς συνεντευξιαζομένων;».
«Οι θεσμοί δεν πεθαίνουν, κανένα συμβούλιο υπουργών δεν θα αποφασίσει την καταδίκη της ΕΟΚ, συμπεραίνει ο Minc. Το κόστος για να ξεφορτωθούν αυτό το απίστευτο γραφειοκρατικό συνονθύλευμα θα ήταν υψηλότερο από το κόστος λειτουργίας του. Όμως η Κοινότητα κινδυνεύει σιγά σιγά να χαθεί από ασφυξία, καθώς θα είναι καταδικασμένη να απαλλάσσεται δυσκολότερα από τα όλο και λιγότερο σημαντικά προβλήματα. Ακόμη κι αν από ένα θαύμα η Ευρώπη δεν εξασθενούσε και παρέμενε στο σημερινό της επίπεδο, η οικονομική Ευρώπη θα γκρεμιζόταν επειδή δεν προοδεύει, ενώ οι ανταγωνιστές της συνεχίζουν να εξελίσσονται…».
«…Σήμερα η Κοινότητα δεν θα προστατεύσει τις οικονομικές της δομές, παρά μόνο αν, από ένα προφανές παράδοξο, η οικονομία παραχωρούσε το προβάδισμα στην πολιτική ή στη στρατηγική, κινητήριες δυνάμεις ενδεχόμενης ενοποίησης».
Να συμπεράνουμε –με απαισιόδοξη διάθεση- ότι η Ευρώπη δεν θα κατορθώσει να προστατεύσει τις οικονομικές της δομές, και κατ’ επέκταση να ξεπεράσει την κρίση της, ακριβώς επειδή η ενοποίηση βασίστηκε σε ένα θολό όραμα και δεν την προκάλεσε το προβάδισμα της πολιτικής έναντι της οικονομίας, ή ακόμη και μία στρατιωτική ανάπτυξη όπως θα ήθελε ο Minc;
Εφημερίδα Απογευματινή











