Σε φυλάκιση τεσσάρων ετών καταδικάστηκε ο Γιώργος Σαββίδης, γιος του προέδρου της ΠΑΕ ΠΑΟΚ, Ιβάν Σαββίδη, για την υπόθεση εκβίασης ποδοσφαιρικού μάνατζερ, η οποία συνδέεται με τις διαπραγματεύσεις για την ανανέωση του συμβολαίου του πρώην ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ, Εργκούς Κάτσε, το 2015.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης έκρινε ένοχο τον Γιώργο Σαββίδη για ηθική αυτουργία σε εκβίαση, αναγνωρίζοντάς του τα ελαφρυντικά του πρότερου σύννομου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς. Το δικαστήριο δεν προχώρησε σε αναστολή ή μετατροπή της ποινής, ωστόσο αποφάσισε η έφεση να έχει αναστέλλουσα δύναμη, γεγονός που σημαίνει ότι παραμένει ελεύθερος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.
Για την ίδια υπόθεση, ο αδελφός του, Νίκος Σαββίδης, αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στο ίδιο κατηγορητήριο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εισαγγελέας της έδρας είχε προτείνει την απαλλαγή και των δύο αδελφών, ωστόσο το δικαστήριο υιοθέτησε την πρόταση μόνο ως προς τον Νίκο Σαββίδη.
Η υπόθεση της εκβίασης
Σύμφωνα με τη δικογραφία, η εκβίαση του μάνατζερ αποδόθηκε σε εγκληματική συμμορία, μέλη της οποίας φέρεται να προσέγγισε πρώην παράγοντας του ΠΑΟΚ, αρμόδιος τότε για την επικοινωνία με τους οργανωμένους οπαδούς της ομάδας. Ο συγκεκριμένος πρώην παράγοντας καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία τόσο στην εκβίαση του ποδοσφαιρικού μάνατζερ όσο και σε σειρά άλλων εκβιάσεων, που αφορούσαν επιχειρήσεις και καταστήματα, λαμβάνοντας ποινή κάθειρξης οκτώ ετών. Και στη δική του περίπτωση, ωστόσο, η έφεση έχει ανασταλτικό χαρακτήρα.
Η υπόθεση του μάνατζερ, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, φέρεται να κλιμακώθηκε με τον εμπρησμό του αυτοκινήτου της συζύγου του στην Αθήνα. Για τη συγκεκριμένη ενέργεια καταδικάστηκαν ως φυσικοί αυτουργοί μέλη της συμμορίας. Η αιτία φέρεται να ήταν το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις για την ανανέωση του συμβολαίου του Κάτσε, το οποίο είχε προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια σε κύκλους οπαδών του συλλόγου.
Οι υπόλοιπες κατηγορίες
Η ίδια δικογραφία περιελάμβανε και υποθέσεις εκβιασμών καταστηματαρχών, υπό τη μορφή παροχής «προστασίας» σε νυχτερινά κέντρα και καταστήματα με παράνομα τυχερά παιχνίδια. Σύμφωνα με τις Αρχές, τη συμμορία φέρεται να διηύθυνε κρατούμενος, ο οποίος απεβίωσε το 2022, με αποτέλεσμα να παύσει η ποινική δίωξη εις βάρος του.
Παράλληλα, για όσους κατηγορούνταν για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, το δικαστήριο μετέτρεψε την κατηγορία σε πλημμεληματική συμμορία, με αποτέλεσμα η πράξη να παραγραφεί λόγω παρέλευσης της οκταετίας.
Συνολικά, στη δικογραφία που σχηματίστηκε έπειτα από πολύμηνη έρευνα της ΕΛ.ΑΣ. –η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τηλεφωνικές παρακολουθήσεις– περιλαμβάνονταν 44 πρόσωπα. Από αυτά, 29 καταδικάστηκαν, με ποινές που κυμαίνονται από φυλάκιση τριών ετών έως κάθειρξη 15 ετών. Τρεις εκ των καταδικασθέντων οδηγούνται στη φυλακή, ενώ για τους υπόλοιπους αποφασίστηκε η αναστολή εκτέλεσης της ποινής μέχρι την εκδίκαση των εφέσεών τους.
Καταδίκη και για αστυνομικό
Το ίδιο δικαστήριο έκρινε ένοχο και έναν πρώην αστυνομικό για την εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στα κρατητήρια της Υποδιεύθυνσης Μεταγωγών Θεσσαλονίκης, προς όφελος κρατουμένων που συνδέονταν με τη συγκεκριμένη συμμορία την περίοδο 2015-2016.
Ο αστυνομικός, ο οποίος έχει αποταχθεί από το Σώμα, καταδικάστηκε σε κάθειρξη οκτώ ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών εντός σωφρονιστικού καταστήματος. Και σε αυτή την περίπτωση, το δικαστήριο αποφάσισε να παραμείνει ελεύθερος έως ότου η υπόθεση εξεταστεί σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.








