Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να απέκλεισε οριστικά τη δυνατότητα της αμερικανικής φορολογικής υπηρεσίας (IRS) να διεξάγει φορολογικούς ελέγχους σε βάρος του προέδρου, της οικογένειάς του ή των επιχειρήσεών του, σε μια κίνηση που ενδέχεται να τον απαλλάξει από φορολογικές υποχρεώσεις που εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 100 εκατομμύρια δολάρια.
Η συμφωνία με το Υπουργείο Δικαιοσύνης
Σύμφωνα με μονοσέλιδο έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η IRS «απαγορεύεται και αποκλείεται εσαεί» να προχωρήσει σε οποιαδήποτε «φορολογική εξέταση» του Tραμπ, των «συνδεδεμένων ή συγγενικών προσώπων» του, καθώς και οποιωνδήποτε καταπιστευμάτων ή επιχειρηματικών οντοτήτων που συνδέονται με αυτόν. Η συγκεκριμένη διάταξη προστέθηκε σε συμφωνία που επιτεύχθηκε νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, όταν το υπουργείο Δικαιοσύνης διευθέτησε αγωγή ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων που είχε καταθέσει ο Tραμπ κατά της υπηρεσίας, δημιουργώντας παράλληλα ταμείο ύψους 1,8 δισ. δολαρίων για πολιτικούς συμμάχους του προέδρου.
Η εντολή υπογράφεται από τον υπηρεσιακό γενικό εισαγγελέα Toντ Μπλανς, πρώην προσωπικό δικηγόρο του Tραμπ, και αναρτήθηκε διακριτικά στην ιστοσελίδα του υπουργείου Δικαιοσύνης. Προηγούμενος φορολογικός έλεγχος της IRS το 2024 στις φορολογικές δηλώσεις του Τραμπ θα μπορούσε να του κοστίσει περισσότερα από 100 εκατομμύρια δολάρια. Παραμένει άγνωστο αν ο συγκεκριμένος έλεγχος έχει ολοκληρωθεί ή αν ο Tραμπ, μέλη της οικογένειάς του ή συνδεδεμένες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο άλλων ερευνών.
Ο έλεγχος για τον ουρανοξύστη του Σικάγο
Η ισχύουσα πρακτική της IRS προβλέπει ετήσιο έλεγχο των φορολογικών δηλώσεων του εκάστοτε προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράλληλα, η ομοσπονδιακή νομοθεσία απαγορεύει στον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο και άλλα στελέχη του Λευκού Οίκου να δίνουν εντολές στην IRS σχετικά με φορολογικούς ελέγχους. Ωστόσο, το υπουργείο Δικαιοσύνης φαίνεται να αξιοποιεί ένα νομικό «παραθυράκι» που επιτρέπει στον γενικό εισαγγελέα να διακόπτει υφιστάμενες φορολογικές έρευνες. Ο έλεγχος που αποκάλυψαν οι The New York Times τον Μάιο του 2024 αφορούσε τον ουρανοξύστη του Tραμπ στο Σικάγο, το Trump International Hotel and Tower Chicago. Η IRS κατηγόρησε τον Πρόεδρο ότι διέγραψε δύο φορές τις ζημίες του από το κτήριο ισχυριζόμενος αρχικά ότι η επένδυσή του ήταν «άνευ αξίας» σε φορολογική δήλωση του 2008.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις κατηγορίες, μετέφερε την ιδιοκτησία του ακινήτου σε νέα εταιρική σύμπραξη που επίσης έλεγχε ο ίδιος, προκειμένου να δηλώσει επιπλέον ζημίες ύψους 168 εκατ. δολαρίων μέσα στην επόμενη δεκαετία. Ειδικοί στην φορολογία είχαν δηλώσει στους Times ότι η αναθεώρηση που ζητούσε η IRS θα μπορούσε να οδηγήσει σε οφειλή άνω των 100 εκατ. δολαρίων, πλέον τόκων και πιθανών προστίμων. Η νέα συμφωνία συνδέεται με τη δημιουργία ταμείου ύψους 1,776 δισ. δολαρίων, το οποίο θα έχει τη δυνατότητα να εκδίδει επίσημες απολογίες και να καταβάλλει χρηματικές αποζημιώσεις σε άτομα που θεωρούν ότι υπέστησαν «πολιτική δίωξη μέσω του νόμου» («lawfare») κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Tζο Μπάϊντεν.
Ταμείο αποζημιώσεων για «θύματα πολιτικών διώξεων»
Εκτιμάται ότι στους δυνητικούς δικαιούχους περιλαμβάνονται περίπου 1.600 κατηγορούμενοι για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου 2021 στο Καπιτώλιο, καθώς και πολιτικοί σύμμαχοι του Tραμπ. Αν και ο ίδιος ο Tραμπ αποκλείεται ρητά από την άμεση λήψη χρημάτων από το ταμείο, δεν απαγορεύεται ρητά η υποβολή αιτήσεων από συνδεδεμένες με αυτόν επιχειρήσεις ή οργανισμούς. Ο πρόεδρος, οι γιοι του Ντόναλντ Τραμπ Jr. και Ερικ Τραμπ, καθώς και το Trump Organization είχαν καταθέσει αρχικά αγωγή κατά του Υπουργείου Οικονομικών και της IRS στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νότιας Φλόριντα μετά τη διαρροή των φορολογικών τους δηλώσεων το 2019.
Πέντε επίτροποι θα οριστούν για την εποπτεία του ταμείου και τη διανομή των αποζημιώσεων σε όσους υποστηρίζουν ότι υπήρξαν θύματα πολιτικών διώξεων κατά την περίοδο Μπάϊντεν. Ο Toντ Μπλανς θα είναι υπεύθυνος για τον διορισμό των μελών της επιτροπής, ενώ ο Tραμπ θα διατηρεί το δικαίωμα απομάκρυνσης οποιουδήποτε μέλους. Ο Μπλανς βρέθηκε αντιμέτωπος με έντονη κριτική από έναν Δημοκρατικό γερουσιαστή στο Καπιτώλιο την Τρίτη, με ορισμένους να χαρακτηρίζουν την υπόθεση ως μία από τις πιο διεφθαρμένες ενέργειες στην ιστορία της αμερικανικής προεδρίας.
Ο υπηρεσιακός γενικός εισαγγελέας υπερασπίστηκε το σχέδιο, επιμένοντας ότι δεν αφορά αποκλειστικά Ρεπουμπλικανούς ή άτομα που ερευνήθηκαν από το υπουργείο Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Μπάϊντεν. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι όλες οι αποζημιώσεις θα δημοσιοποιούνται πλήρως. Περιέγραψε το ταμείο ως «μια νόμιμη διαδικασία που επιτρέπει στα θύματα πολιτικών διώξεων και πολιτικής εργαλειοποίησης κρατικών μηχανισμών να ακουστούν και να ζητήσουν αποκατάσταση», δήλωσε.
Αντιδράσεις και καταγγελίες για πολιτική εύνοια
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Κρις Βαν Χόλεν τον πίεσε να διευκρινίσει αν ακόμη και όσοι συμμετείχαν στα επεισόδια της 6ης Ιανουαρίου και επιτέθηκαν σε αστυνομικούς θα μπορούσαν να λάβουν αποζημίωση. «Οποιοσδήποτε πολίτης αυτής της χώρας μπορεί να υποβάλει αίτηση εφόσον πιστεύει ότι υπήρξε θύμα πολιτικής εργαλειοποίησης των κρατικών μηχανισμών», απάντησε ο Μπλανς.
Παραμένει πάντως ασαφές ποιοι ακριβώς θα επωφεληθούν από το ταμείο. Ωστόσο, η δημιουργία του αντικατοπτρίζει τους μακροχρόνιους ισχυρισμούς του Tραμπ ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης επί προεδρίας Μπάϊντεν χρησιμοποιήθηκε πολιτικά εναντίον του.
Του Phillip Nieto / ©Associated Newspapers Limited









