Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών αρνήθηκε να εξετάσει την έφεση του Ντόναλντ Τραμπ κατά της αστικής απόφασης ύψους 5 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία τον έκρινε υπεύθυνο για σεξουαλική κακοποίηση και συκοφαντική δυσφήμιση εις βάρος της Ε. Τζιν Κάρολ (E. Jean Carroll).
Η συγγραφέας είχε καταθέσει αγωγή κατά του Τραμπ το 2022 για συκοφαντική δυσφήμιση και σωματική προσβολή, υποστηρίζοντας ότι ο σημερινός Πρόεδρος την είχε σεξουαλικά κακοποιήσει την άνοιξη του 1996 σε δοκιμαστήριο του πολυκαταστήματος Bergdorf Goodman στη Νέα Υόρκη.
Η Κάρολ υποστήριξε επίσης ότι ο Τραμπ τη δυσφήμησε όταν ισχυρίστηκε δημόσια πως είχε επινοήσει την ιστορία με σκοπό να αυξήσει τις πωλήσεις του βιβλίου της.
Η υπόθεση εκδικάστηκε στη Νέα Υόρκη, όπου το σώμα των ενόρκων έκρινε τον Τραμπ υπεύθυνο για τις κατηγορίες και επιδίκασε στην Κάρολ αποζημίωση ύψους 5 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η Κάρολ αναμένεται πλέον να λάβει σύντομα το ποσό, καθώς το 2023 ο Τραμπ είχε καταθέσει 5,5 εκατομμύρια δολάρια σε λογαριασμό που ελέγχεται από το δικαστήριο, αμέσως μετά την έκδοση της ετυμηγορίας των ενόρκων.
Η άρνηση του Ανώτατου Δικαστηρίου να εξετάσει την έφεσή του σημαίνει ότι ο Πρόεδρος θα πρέπει τελικά να παραδώσει τα χρήματα στην Κάρολ, έπειτα από χρόνια κατά τα οποία αντιστεκόταν στην καταβολή τους, ενώ παράλληλα αρνιόταν κάθε παράνομη πράξη.
Η Κάρολ είχε επίσης στραφεί δικαστικά εναντίον του Τραμπ σε ξεχωριστή υπόθεση συκοφαντικής δυσφήμισης το 2019, η οποία κατέληξε σε απόφαση ενόρκων που επέβαλε στον Πρόεδρο αποζημίωση ύψους 83,3 εκατομμυρίων δολαρίων.
Το ποσό αυτό έχει πλέον ξεπεράσει τα 100 εκατομμύρια δολάρια, λόγω των τόκων που έχουν συσσωρευθεί.
Ο Τραμπ ζητεί επίσης από το Ανώτατο Δικαστήριο να ανατρέψει και αυτή την απόφαση, αφού τόσο τριμελής σύνθεση δικαστών όσο και το σύνολο του Εφετείου της Δεύτερης Περιφέρειας (Second Circuit Court of Appeals) απέρριψαν τον ισχυρισμό του ότι η προεδρική ασυλία θα έπρεπε να τον προστατεύει από κάθε αστική ευθύνη.
Ο Τραμπ είχε κατά το παρελθόν διαμαρτυρηθεί ότι ο δικαστής που προήδρευσε της δίκης του 2022, Λιούις Κάπλαν, ενήργησε ακατάλληλα επιτρέποντας στους ενόρκους να ακούσουν καταθέσεις δύο ακόμη γυναικών, οι οποίες ισχυρίστηκαν ότι ο Τραμπ τις είχε επίσης σεξουαλικά κακοποιήσει πολλά χρόνια νωρίτερα.
Οι δικηγόροι του Προέδρου υποστήριξαν στην έφεσή τους ότι ο δικαστής δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει στους ενόρκους να παρακολουθήσουν τη διαβόητη ηχογράφηση του Access Hollywood, στην οποία ο Τραμπ το 2005 καυχιόταν ότι άγγιζε τα γεννητικά όργανα γυναικών χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Η έφεση του Τραμπ απορρίφθηκε πέρυσι από το 2ο Ομοσπονδιακό Εφετείο των ΗΠΑ, το οποίο έκρινε ότι οι αποφάσεις του δικαστή Κάπλαν δεν δικαιολογούσαν τη διεξαγωγή νέας δίκης.
Τον Ιούνιο του 2025 ο Τραμπ προσέφυγε σε διαφορετική σύνθεση εφετειακών δικαστών, αλλά ηττήθηκε και πάλι προτού στραφεί στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Η Daily Mail επικοινώνησε με τον Λευκό Οίκο ζητώντας σχόλιο για την υπόθεση.
Σε δικόγραφο που κατατέθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο τον Ιανουάριο, οι δικηγόροι του Τραμπ υποστήριξαν ότι η υποχρέωση του Προέδρου να αποσπά την προσοχή του από τα επίσημα καθήκοντά του για να αντιμετωπίζει τέτοιες υποθέσεις «απειλεί τον ίδιο τον ιστό της Δημοκρατίας μας».
«Η κακομεταχείριση ενός Προέδρου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή», αναφερόταν στο υπόμνημα που υπέβαλε ο Τραμπ στο δικαστήριο.
Το Ανώτατο Δικαστήριο διατηρούσε επί μήνες σε εκκρεμότητα την έφεση του Τραμπ, αναβάλλοντας επανειλημμένα τη συζήτησή της σε διάσκεψη των δικαστών.
Το δικαστήριο δεν εξήγησε ποτέ τους λόγους αυτών των καθυστερήσεων.
Οι δικηγόροι του Τραμπ αναμένεται να συνεχίσουν τις επόμενες ημέρες τις προσπάθειές τους για την ανατροπή και της απόφασης των 83 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Του PHILLIP NIETO/ ©Associated Newspapers Limited










