Η ανάκτηση της πλειοψηφίας και στα δύο σώματα του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς αναμένεται να μεταβάλει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσινγκτον. Για τον Ντόναλντ Τραμπ, σημαίνει αυστηρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο, δυσκολότερη προώθηση της νομοθετικής του ατζέντας και αυξημένη πίεση για τις κυβερνητικές επιλογές, κατά τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του.
Το Κογκρέσο αποτελείται από τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Κάθε νομοσχέδιο χρειάζεται την έγκριση και των δύο σωμάτων για να γίνει νόμος, γεγονός που δίνει στη νέα Δημοκρατική πλειοψηφία καθοριστικό ρόλο στη νομοθετική διαδικασία και τη δυνατότητα εντατικότερης εποπτείας της εκτελεστικής εξουσίας.
Ο ρόλος της Γερουσίας
Η Γερουσία αποτελείται από 100 μέλη, δύο από κάθε πολιτεία, με εξαετή θητεία. Κάθε δύο χρόνια ανανεώνεται περίπου το ένα τρίτο των εδρών, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της λειτουργίας της.
Για την εκλογή στη Γερουσία απαιτείται ο υποψήφιος να έχει συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας του, να είναι πολίτης των ΗΠΑ επί τουλάχιστον εννέα χρόνια και να κατοικεί στην πολιτεία που εκπροσωπεί.
Μαζί με τη Βουλή των Αντιπροσώπων, η Γερουσία συγκροτεί το νομοθετικό σώμα των ΗΠΑ. Τα δύο όργανα έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες, αλλά η συνεργασία τους είναι απαραίτητη για την ψήφιση της νομοθεσίας.
Τα όρια των εξουσιών του Τραμπ
Με τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τη νομοθετική ατζέντα, να μπλοκάρουν ή να τροποποιούν πρωτοβουλίες του προέδρου και να αναλαμβάνουν την ηγεσία των κοινοβουλευτικών επιτροπών. Έτσι, μπορούν να οργανώνουν ακροάσεις, να ζητούν έγγραφα και να διεξάγουν έρευνες για κυβερνητικές αποφάσεις και στελέχη της διοίκησης.
Στο τραπέζι βρίσκεται και το ενδεχόμενο νέας διαδικασίας παραπομπής του Τραμπ, για τρίτη φορά στην πολιτική του διαδρομή. Πρόκειται για ένα από τα ισχυρότερα κοινοβουλευτικά εργαλεία που θα μπορούσε να αξιοποιήσει η αντιπολίτευση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, ωστόσο, διατηρεί σημαντικές εξουσίες. Μπορεί να συνεχίσει να εκδίδει εκτελεστικά διατάγματα και να ασκεί βέτο στα νομοσχέδια που εγκρίνει το Κογκρέσο. Όπως έχει δηλώσει, εκτιμά ότι θα χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο δικαίωμα για «ένα με δύο μήνες», προτού αναζητήσει συμβιβασμούς με τους Δημοκρατικούς.
Η ανατροπή ενός προεδρικού βέτο απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Γερουσία όσο και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, καθιστώντας τη διαδικασία ιδιαίτερα δύσκολη. Η συστηματική προσφυγή σε αυτό το μέτρο, πάντως, ενδέχεται να εντείνει την πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου.
Έτσι, ο Τραμπ διατηρεί την εκτελεστική εξουσία, αλλά θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα νομοθετικό σώμα υπό τον έλεγχο της αντιπολίτευσης. Η νέα ισορροπία θα διαμορφώσει το πολιτικό περιβάλλον έως τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Οι κοινοβουλευτικές έρευνες αναμένεται να επικεντρωθούν, μεταξύ άλλων, στην οικογένεια του προέδρου και σε πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Ο Δημοκρατικός Ρόμπερτ Γκαρσία, μέλος της Επιτροπής Εποπτείας και Κυβερνητικής Μεταρρύθμισης της Βουλής, έχει δηλώσει ότι η «διαφθορά της οικογένειας Τραμπ» θα αποτελέσει βασικό αντικείμενο της ερευνητικής δραστηριότητας της νέας πλειοψηφίας.
Παράλληλα, έχει προαναγγείλει εκτενή έρευνα για πρόσωπα που συνδέονται με τον Τζέφρι Επστάιν, εφόσον οι Δημοκρατικοί αναλάβουν τον έλεγχο της Βουλής.
Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται να κληθεί για εξηγήσεις και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. Σύμφωνα με τον Γκαρσία, θα ερωτηθεί για τους χειρισμούς του πολέμου με το Ιράν, καθώς και για τα αμφιλεγόμενα πλήγματα σε πλοία στην Καραϊβική.
Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου προμηνύει, συνεπώς, εντατικοποίηση των ερευνών και των ακροάσεων, με την εποπτεία της κυβέρνησης και τη νομοθετική αντιπαράθεση να βρίσκονται στο επίκεντρο.






