Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, Λάουρα Κοβέσι, έστειλε ηχηρό μήνυμα θεσμικής στήριξης προς τους Έλληνες Ευρωπαίους εισαγγελείς, ξεκαθαρίζοντας ότι η ανανέωση της θητείας τους αποτελεί απόφαση του Κολεγίου και δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Μιλώντας στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, υπογράμμισε με σαφήνεια πως σε περίπτωση διαφωνίας με την ερμηνεία του νόμου, ο μόνος αρμόδιος να αποφανθεί είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η κα Κοβέσι ανέλυσε τη διαδικασία διορισμού και ανανέωσης των Ευρωπαίων εισαγγελέων, επισημαίνοντας ότι οι εθνικές αρχές προτείνουν υποψηφίους και το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποφασίζει τον διορισμό τους, ενώ μετά την πενταετία, εφόσον το έργο τους κρίνεται θετικό, η θητεία ανανεώνεται κανονικά. Όπως τόνισε, η συγκεκριμένη διαδικασία εφαρμόζεται ενιαία σε όλα τα κράτη-μέλη και η απόφαση για τους Έλληνες εισαγγελείς είναι οριστική, προσθέτοντας χαρακτηριστικά ότι «αν κάποιος έχει διαφορετική ερμηνεία, υπάρχει μόνο ένας δρόμος: το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο».
Αναφερόμενη στην πολύκροτη υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η Ευρωπαία Εισαγγελέας συμφώνησε με την ανάγκη ταχείας ολοκλήρωσης των ερευνών για πολιτικά πρόσωπα, σημειώνοντας ότι υπάρχει έντονη κοινωνική απαίτηση για απαντήσεις, ενώ παράλληλα ο όγκος της δικογραφίας είναι ιδιαίτερα μεγάλος και οι διαθέσιμοι πόροι περιορισμένοι. Όπως ανέφερε, ενισχύεται ήδη η ερευνητική ομάδα ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία, υπογραμμίζοντας πως «έχει δίκιο ο πρωθυπουργός, πρέπει να ολοκληρώσουμε πολύ γρήγορα την έρευνα».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα της άρσης ασυλίας, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν συνιστά απόδειξη ενοχής, αλλά αποτελεί αναγκαίο δικονομικό βήμα για να μπορέσει να προχωρήσει η έρευνα και να συλλεχθούν όλα τα στοιχεία, ακόμη και εκείνα που μπορεί να είναι αθωωτικά. Τόνισε ότι πρόκειται για πρακτική που εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη-μέλη και συνδέεται άμεσα με τον σεβασμό των θεσμών και του κράτους δικαίου.
Απαντώντας στην κριτική για τους χειρισμούς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η ίδια κράτησε σαφείς αποστάσεις, δηλώνοντας ότι «δεν σχολιάζω τι λένε οι πολιτικοί», ενώ ταυτόχρονα απέρριψε κατηγορηματικά τους σχετικούς ισχυρισμούς, ευχαριστώντας παράλληλα τους δικαστικούς και νομικούς φορείς για τη στήριξή τους στο έργο της Αρχής.
Σε μία ιδιαίτερα αιχμηρή τοποθέτηση, επανέλαβε ότι «ο ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί ακρωνύμιο της διαφθοράς, του νεποτισμού και των πελατειακών σχέσεων», επισημαίνοντας ότι η δημόσια συζήτηση επιχειρεί να μετατοπιστεί από το ουσιαστικό ζήτημα, που είναι η διερεύνηση των πραγματικών γεγονότων και η απόδοση ευθυνών.
Κλείνοντας, η Λάουρα Κοβέσι έδωσε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει «καθαρή» χώρα, καθώς η διαφθορά και η απάτη εμφανίζονται σε όλα τα κράτη-μέλη, με τη διαφορά να βρίσκεται στο πώς αντιμετωπίζονται. Όπως υπογράμμισε, η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς ενισχύεται μόνο όταν υπάρχει διαφάνεια, ειλικρίνεια και εφαρμογή του νόμου χωρίς εξαιρέσεις, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι οι έρευνες θα προχωρήσουν χωρίς παρεμβάσεις και χωρίς εκπτώσεις στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.











