ΔΣΑ για Υποκλοπές: Ανοιχτό το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

"Η πράξη Τζαβέλλα να μην ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο είναι ελεγκτέα με ευρωπαϊκά κριτήρια", τόνισε ο Νίκος Αλιβιζάτος
18:24 - 5 Μαΐου 2026

Το ζήτημα των υποκλοπών μέσω του παράνομου λογισμικού Predator βρέθηκε στο επίκεντρο συνέντευξης Τύπου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, μετά την απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, να μην ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο για το αδίκημα της κατασκοπείας και άλλες πράξεις. Οι νομικοί της Αθήνας άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όπως ανέφερε ο πρόεδρος του ΔΣΑ, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος. Παράλληλα, ο Σύλλογος έχει αποφασίσει να παράσχει κάθε αναγκαία νομική συνδρομή στα θύματα των υποκλοπών.

Υπενθυμίζεται ότι ο ΔΣΑ, με απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου την περασμένη εβδομάδα, έχει ήδη ζητήσει την παραίτηση του κ. Τζαβέλλα, κάνοντας λόγο για «θεσμική εκτροπή». Η συνέντευξη Τύπου ξεκίνησε με την τοποθέτηση του γενικού γραμματέα του ΔΣΑ, Κώστα Καρέτσου, ο οποίος τόνισε ότι στόχος της εκδήλωσης είναι η ουσιαστική ενημέρωση τόσο των δικηγόρων όσο και της κοινής γνώμης για ένα σκάνδαλο που, όπως είπε, πλήττει την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, το Κράτος Δικαίου και τους θεσμούς.

«Το τελευταίο διάστημα οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και οι στιγμές κρίσιμες. Δεν είναι σχήμα λόγου, είναι η πραγματικότητα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Καρέτσος. Στη συνέχεια τόνισε ότι “η ιστορική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών άνοιξε το δρόμο για την πραγματική διερεύνηση της υπόθεσής”. Όπως εξήγησε ο γενικός γραμματέας του ΔΣΑ, “το δικαστήριο με τα νέα στοιχεία που αποκάλυψε έκρινε ότι έγινε χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού κατά κρατικών αξιωματούχων και διέταξε τη διαβίβαση της δικογραφίας στην ανάκριση, ζητώντας τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας για τους καταδικασθέντες και τους συνεργούς τους.

Από την πλευρά του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποφάσισε να μην ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο, κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της κατασκοπείας, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε ουσιαστική έρευνα, χωρίς εξέταση μαρτύρων και χωρίς έλεγχο κρίσιμων αποδεικτικών μέσων. Την ίδια στιγμή, όφειλε να αυτοεξαιρεθεί από την υπόθεση δεδομένου ότι κατά την επίδικη περίοδο των παρακολουθήσεων κατείχε θέση αναπληρωτή επόπτη της ΕΥΠ και ήταν διάδικος στην εξεταστική Επιτροπή. Με αυτά ως δεδομένα, το ΔΣ του ΔΣΑ έκρινε ότι η πράξη του Εισαγγελέα του ΑΠ συνιστά θεσμική εκτροπή και ζήτησε την παραίτησή του”.

Ο Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, πρόεδρος του ΔΣΑ, από την πλευρά του, σημείωσε ότι και οι τρεις προτάσεις που κατατέθηκαν στο διοικητικό συμβούλιο ανέδειξαν την αντίθεση τους στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης, παρά την περί αντιθέτου δικαιοδοτική κρίση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Ο κ. Κουτσόλαμπρος επίσημανε επίσης πως η πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου “μας βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους καθόσον προσκρούει στο ποινικό δόγμα, στο Κράτος Δικαίου και στην πάγια νομολογία του Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων”. Για “μείζονα παραβίαση του κράτους δικαίου” έκανε λόγο η Χριστίνα Τσαγκλή, αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. “Έπρεπε να είχε επιλέξει την αποχή λόγω αυτοπόδεικτου κατά την αποψής μας λόγου αυτοεξαίρεσης που αποσιωπήθηκε” πρόσθεσε η κυρία Τσαγκλή.

Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νίκος Αλιβιζάτος ενημέρωσε για τις εκκρεμείς υποθέσεις στο Ευρωπαικό Δικαστήριο. Η πρώτη όπως είπε αφορά στη σύνθεση των ανεξάρτητων αρχών. “Η υπόθεση εκκρεμεί και, καθώς ολοκληρώθηκε η ανταλλαγή υπομνημάτων, αναμένεται η έκδοση απόφασης εντός του τρέχοντος ετους” εξήγησε ο κ. Αλιβιζάτος και πρόσθεσε θέλω να πιστεύω ότι θα τα πάμε καλά.”

Η δεύτερη αφορά την υπόθεση των υποκλοπών για την οποία έχει προσφύγει ο Νίκος Ανδρουλάκης όπως πρόσθεσε ο κ. Αλιβιζάτος. “Προσφύγαμε στο Στρασβούργο, υπόθεση έχει χαρακτηριστεί μείζονος προτεραιότητας, έχουμε κάνει ανταλλαγή υπομνημάτων και δίνει τη μάχη της ζωής της η ελληνική κυβέρνηση” είπε ο κ. Αλιβιζάτος προσθέτοντας ότι περιμένουμε ενδεχομένως και εντός του έτους, αποφάσεις. “Δεν υπάρχει άλλη ευρωπαική χώρα που η επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης να είναι αρμοδιότητα απολύτως του υπουργικού συμβουλίου” πρόσθεσε ο κ. Αλιβιζάτος.

Ο κ. Αλιβιζάτος μάλιστα πρόσθεσε ότι κατά την άποψη του πρέπει να ερευνηθεί εάν η πράξη του κ. Τζαβέλλα είναι ελεγκτέα με ευρωπαικά κριτήρια, επικαλούμενος τη νομολογία του ευρωπαικού δικαστηρίου. Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, Αντώνης Ρουπακιώτης, τόνισε ο φέτος ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει ένα όνομα, πέρσι η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και ο αντ

“Είναι θέμα άσκησης εξουσίας” τόνισε ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, Αντώνης Ρουπακιώτης. “Πρέπει να αναπτύξουμε δραστηριότητα ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος ώστε να πιεστούν τα πολιτικά κόμματα ότι πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα ως προς αυτούς που διορίζουν την ηγεσία της Δικαιοσύνης” είπε ο κ. Ρουπακιώτης. “Το δικαστικό σώμα δεν έχει παράδοση αγώνων για να στηρίξει την ανεξαρτησία του” πρόσθεσε ο κ. Ρουπακιώτης.

Τοποθέτηση στο πλαίσιο της συνέντευξης τύπου έκανε και ο σύμβουλος του ΔΣΑ, Θανάσης Καμπαγιάννης. “Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αποτελεί πράξη ευθύνης του δικηγορικού σώματος” τόνισε ο κ. Καμπαγιάννης. “Μιλήσαμε για θεσμική εκτροπή διότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παραβίασε το κατά το νόμο καθήκον του” πρόσθεσε ο κ. Καμπαγιάννης.

Η κρίση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι στις επικοινωνίες Φλώρου και Δένδια δεν υπάρχουν κρατικά μυστικά κρίνεται από τους πολίτες και την κοινωνία” είπε ακόμα ο κ. Καμπαγιάννης. Για το ζήτημα της παραγραφής των αδικημάτων, ο σύμβουλος του ΔΣΑ, Θεόδωρος Μαντάς τόνισε ότι “ο χρόνος τρέχει σήμερα, έχουν παραγραφεί ήδη επιμέρους πράξεις και ο μεγάλος όγκος παραγράφεται στους επόμενους 2-3 μήνες. Είμαστε εξαιρετικά οριακά. Δεν υπάρχει χρόνος για περαιτέρω αναμονή.”