Νέα στοιχεία για υπόθεση οργανωμένης διακίνησης ναρκωτικών από ανηλίκους σε περιοχές των βορείων προαστίων της Αθήνας, όπως η Εκάλη, ο Διόνυσος, η Νέα Ερυθραία και η Δροσιά, φέρνει στο φως η έρευνα της ΕΛ.ΑΣ., αποκαλύπτοντας ένα εκτεταμένο δίκτυο με ιεραρχική δομή, κωδικοποιημένη επικοινωνία και χρήση πολυτελών οχημάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, οι εμπλεκόμενοι φέρονται να διακινούσαν κοκαΐνη και κάνναβη ακόμη και σε ανήλικους μαθητές, με τις συναλλαγές να πραγματοποιούνται σε παιδικές χαρές, πλατείες και σχολικά συγκροτήματα. Σε μία από τις περιπτώσεις, φέρεται να έγινε πώληση κοκαΐνης σε 14χρονη.
Οι αστυνομικές αρχές αναφέρουν ότι το δίκτυο επιχειρούσε να στρατολογήσει ακόμη και μαθητές πρώτης γυμνασίου, ηλικίας 13 ετών, επεκτείνοντας τη δράση του σε ιδιαίτερα νεαρές ηλικιακές ομάδες.
Supercars, «καβάτζες» και κεντρική βάση
Η διακίνηση φέρεται να πραγματοποιούνταν με τη χρήση πολυτελούς οχήματος αξίας περίπου 150.000 ευρώ, ενώ ως κεντρικό σημείο αποθήκευσης ναρκωτικών χρησιμοποιούνταν εγκαταλελειμμένο κτίριο στους Θρακομακεδόνες, το οποίο τα μέλη αποκαλούσαν με την κωδική ονομασία «τραπ».
Η εγκληματική δραστηριότητα, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., ήταν ιδιαίτερα κερδοφόρα, με ενδεικτική περίπτωση πώλησης περίπου 100 γραμμαρίων κάνναβης μέσα σε τέσσερις ημέρες.
Ιεραρχία με «boss» και ανήλικα μέλη
Από την έρευνα προκύπτει ότι οι δύο ομάδες που δρούσαν στην περιοχή είχαν σαφή δομή με αρχηγικά και επιχειρησιακά μέλη. Σε μία από τις οργανώσεις, αρχηγός φέρεται 21χρονος, με υπαρχηγούς ηλικίας 19 και 17 ετών, ενώ η δεύτερη ομάδα φέρεται να καθοδηγούνταν από 19χρονο με τη συμμετοχή ανηλίκων 14 και 15 ετών.
Ο 21χρονος φέρεται επίσης να εμπλέκεται σε βίαιο περιστατικό κατά το οποίο εμβόλισε αστυνομικό όχημα, τραυματίζοντας αστυνομικό κατά τη διάρκεια απόπειρας διαφυγής.
Κρυπτογραφημένη επικοινωνία
Τα μέλη του κυκλώματος φέρονται να χρησιμοποιούσαν εκτεταμένο σύστημα κωδικών για την αποφυγή εντοπισμού από τις αρχές. Μεταξύ άλλων, όροι όπως «κόκα» και «ρουφηχτό» χρησιμοποιούνταν για την κοκαΐνη, ενώ η κάνναβη αποκαλούνταν «μπιτς», «μαύρο» ή «χόρτο».
Αντίστοιχα, χρηματικά ποσά και ποσότητες ναρκωτικών είχαν επίσης κωδικοποιημένες ονομασίες, ενώ για την επικοινωνία χρησιμοποιούνταν εφαρμογές κρυπτογράφησης.
Αντιπαρακολούθηση
Σύμφωνα με την αστυνομία, τα μέλη του κυκλώματος λάμβαναν αυξημένα μέτρα αντιπαρακολούθησης, πραγματοποιώντας ελέγχους οχημάτων και αποφεύγοντας τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών.
Η δεύτερη ομάδα φέρεται να χρησιμοποιούσε ως αποθήκη εγκαταλελειμμένη οικία στους Θρακομακεδόνες, ενώ σε περιπτώσεις μη πληρωμής ασκούνταν απειλές και βία σε αγοραστές.
Οι συνολικά εννέα συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον αρμόδιο εισαγγελέα, ενώ σε βάρος βασικών μελών σχηματίστηκαν επιπλέον δικογραφίες για βαριά ποινικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων και απόπειρα ανθρωποκτονίας.









