Έρευνα της “Α”: Γιατί χάνεται ο έλεγχος των παιδιών και καταρρέουν οι κανόνες

«Δεν είναι πάντα βαθιά εγκληματικότητα, πολλές φορές είναι ανάγκη διέγερσης μέσα σε μια εποχή συναισθηματικής απορρύθμισης» Κέλλυ Ιωάννου, καθηγήτρια Εγκληματολογίας-πραγματογνώμων
15:24 - 21 Ιουλίου 2026
Teens in circle holding smart mobile phones - Multicultural young people using cellphones outside - Teenagers addicted to new technology concept

Από την ανεξέλεγκτη και επικίνδυνη οδήγηση ηλεκτρικών πατινιών στους δρόμους και την κατάχρηση των social media, έως τα ριψοκίνδυνα νυχτοπερπατήματα, το bullying και τις ακραίες παραβατικές συμπεριφορές, η εφηβική ασυδοσία τροφοδοτεί, πλέον, ένα βαθύ κοινωνικό αδιέξοδο και ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τα όρια που βάζουν οι γονείς σήμερα. Πρόκειται για μια ιδιότυπη «δικτατορία των παιδιών», όπου οι ρόλοι αντιστρέφονται και τα όρια καταρρέουν.

Συχνά οι γονείς αδρανούν, φοβούμενοι την ένταση ή αποφεύγοντας μια ουσιαστική συζήτηση με τους γιους και τις κόρες τους, αφήνοντάς τους έρμαια της ανωριμότητας και της δίψας που έχουν για ένταση, επιβεβαίωση και διαρκή διέγερση, που πολλές φορές τους οδηγούν σε ριψοκίνδυνες συμπεριφορές. Δεν είναι λίγες οι φορές, μάλιστα, που οι γονείς γίνονται οι ίδιοι παραβατικοί προκειμένου να ικανοποιήσουν εξωφρενικά καπρίτσια των παιδιών τους, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, όπως στην περίπτωση ενός 12χρονου στην Πάτρα που με τις… ευλογίες του πατέρα του, πυροβολούσε αδιακρίτως από το παράθυρο του σπιτιού του! Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι, ποιος βάζει τελικά τους κανόνες μέσα στην οικογένεια, ο γονιός ή το παιδί; Και αν δεν υπάρχουν όρια, πού μπορεί να φτάσει η κατάσταση;

Καμπανάκι κινδύνου

Η «Απογευματινή» μίλησε με εγκληματολόγους και ψυχολόγους-παιδοψυχολόγους, οι οποίοι χτυπούν επιτακτικά, πλέον, το καμπανάκι του κινδύνου για την έλλειψη ελέγχου, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να εξηγήσουν γιατί η οριοθέτηση έχει γίνει σήμερα μια τόσο δύσκολη υπόθεση. Παράλληλα, γονείς και εκπαιδευτικοί καταθέτουν τη γνώμη τους για την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των παιδιών στην εποχή μας.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο στην έλλειψη ορίων μέσα στην οικογένεια, αλλά σε μια συνολικότερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά. Όπου, πλέον, δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην άμεση ικανοποίηση, υπάρχει μικρότερη ανοχή στη ματαίωση και λειτουργούν λιγότεροι σταθεροί μηχανισμοί ελέγχου από την οικογένεια, το σχολείο και την κοινωνία. «Θα έλεγα ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη ορίων, αλλά η αποδυνάμωση των δεσμών που κάποτε παρήγαν όρια: οικογένεια, σχολείο, γειτονιά, κοινότητα», τόνισε η δρ. Κέλλυ Ιωάννου, καθηγήτρια Εγκληματολογίας-πραγματογνώμων, προσθέτοντας ότι «σήμερα, πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον έντονου ατομικισμού, όπου το “θέλω” προηγείται του “οφείλω” και το δικαίωμα συχνά αποσυνδέεται από την ευθύνη».

Σύμφωνα με την κυρία Ιωάννου, εδώ μπαίνει και η εγκληματολογική διάσταση: «Όταν χαλαρώνουν οι κοινωνικοί δεσμοί, μειώνεται και ο άτυπος κοινωνικός έλεγχος. Δηλαδή, το παιδί δεν συγκρατείται ούτε από την οικογένεια ούτε από το σχολείο ούτε από την ντροπή απέναντι στην κοινότητα. Γι’ αυτό βλέπουμε συμπεριφορές τύπου “κάνω ό,τι θέλω”: πατίνια χωρίς κανόνες, επιθετικότητα στο σχολείο, περιφρόνηση της αυθεντίας».

Χαμηλή ανοχή

Για το αν έχει… χαθεί το παιχνίδι, η εγκληματολόγος εμφανίστηκε καθησυχαστική: «Όχι, αλλά βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου η κοινωνία παράγει παιδιά με πολύ χαμηλή ανοχή στη ματαίωση και πολύ υψηλή ανάγκη για fast feelings: γρήγορη ένταση, γρήγορη ευχαρίστηση, γρήγορη επιβεβαίωση. Τα social media, το διαρκές scrolling, τα likes, η κουλτούρα της άμεσης κατανάλωσης έχουν διαμορφώσει έναν ψυχισμό που δυσκολεύεται να αντέξει το όριο και την ανία».

Αναδύοντας μία άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή, η εγκληματολόγος είπε πως και η πλήξη είναι κρίσιμο σημείο: «Παλαιότερα η πλήξη οδηγούσε το παιδί να δημιουργήσει, να κοινωνικοποιηθεί. Σήμερα, συχνά οδηγεί στην αναζήτηση έντασης. Γι’ αυτό βλέπουμε ριψοκίνδυνες συμπεριφορές: επικίνδυνη οδήγηση με πατίνια, βίαια challenges, επιθετικότητα για χαβαλέ ή επίδειξη. Δεν είναι πάντα βαθιά εγκληματικότητα, πολλές φορές είναι ανάγκη διέγερσης μέσα σε μια εποχή συναισθηματικής απορρύθμισης. Αυτό που χρειάζεται είναι επαναφορά σταθερών πλαισίων: γονείς με παρουσία και συνέπεια, σχολείο που να εκπαιδεύει και στον αυτοέλεγχο. Τα παιδιά δεν χρειάζονται φίλους-γονείς, αλλά ενήλικες που να αντέχουν να πουν “όχι”».

Τα τραύματα των ενηλίκων οδηγούν στο άλλο άκρο

Σημαντικός παράγοντας για τη συμπεριφορά των παιδιών είναι, όπως αναφέρθηκε και στο παραπλεύρως κείμενο, η στάση των γονιών.
Η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Msc, Ελπίδα Παναγιωτουνάκου, ανέφερε πως «αρκετοί γονείς στην προσπάθειά τους να είναι διαθέσιμοι, υποστηρικτικοί, ‘καλοί’, καταλήγουν να φοβούνται την απογοήτευση του παιδιού τους περισσότερο από τον ίδιο τον κίνδυνο. Και έτσι, σταδιακά, το ‘όχι’ εξαφανίζεται. Όταν οι γονείς δυσκολεύονται να βάλουν όρια στα παιδιά τους, αυτά έχουν μηδαμινή ανοχή στη ματαίωση. Συνδέουν την αξία τους με το να έχουν πολλά πράγματα, άρα ζητούν διαρκώς και θεωρούν ότι η ελευθερία ισούται με την απουσία κανόνων».

Σύμφωνα με την κυρία Παναγιωτουνάκου, «σήμερα πολλοί ενήλικες, κουβαλώντας τραύματα από τη δική τους παιδική ηλικία, δεν θέλουν να στερήσουν και χωρίς να το καταλαβαίνουν, περνούν στο άλλο άκρο: στην ενοχική γονεϊκότητα. Και κάπως έτσι, η αγάπη συγχέεται με την παραχώρηση».
Όπως εξηγεί, χρειάζονται γονείς που να λειτουργούν ως ασφαλές πλαίσιο και όχι ως «φίλοι»: «Ένας έφηβος που μεγαλώνει χωρίς όρια, δεν νιώθει πιο ασφαλής. Αντίθετα, συχνά νιώθει ασυνείδητα ότι κανείς δεν τον προστατεύει πραγματικά. Το σταθερό και ήρεμο ‘όχι’ είναι πράξη φροντίδας. Η δουλειά τού γονιού δεν είναι να είναι πάντα αρεστός. Είναι να λειτουργεί προστατευτικά. Τα παιδιά χρειάζονται ενήλικες που μπορούν να αντέξουν τη δυσαρέσκειά τους χωρίς να καταρρέουν από ενοχή».

Αναφορικά με το αν είναι εφικτό να αλλάξει κάτι στην εφηβεία, η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια τόνισε: «Η εφηβεία, παρά τις δυσκολίες της, είναι μια περίοδος όπου τα όρια παραμένουν απαραίτητα -ίσως περισσότερο από ποτέ. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος. Ο έφηβος χρειάζεται εξήγηση, διάλογο και ενεργή συμμετοχή στη διαδικασία της απόφασης. Πιθανόν να συνεχίσει να διαφωνεί, αλλά σταδιακά μαθαίνει ότι η ελευθερία συνδέεται με ευθύνη και όχι με παντοδυναμία. Ψυχικά ανθεκτικά παιδιά δεν είναι εκείνα που δεν άκουσαν ποτέ ‘όχι’. Είναι εκείνα που έμαθαν να αντέχουν το ‘όχι’ χωρίς να καταρρέουν».

Η «Απογευματινή» πήρε την άποψη και από μία μητέρα, με αφορμή το νομοσχέδιο για απαγόρευση της χρήσης πατινιών για τους κάτω των 17 ετών, μετά τα τροχαία όπου έχουν τραυματιστεί -ακόμα και σκοτωθεί- ανήλικοι. Η ίδια μίλησε για τη «δικτατορία» των παιδιών και για τον έλεγχο που φαίνεται πως έχει χαθεί: «Φίλη είμαι με τα παιδιά μου έως ένα σημείο: για να μπορούν να μου ανοίγονται, να μην φοβούνται, να μην ντρέπονται, να με εμπιστεύονται. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως ό,τι ζητήσουν θα το έχουν ή θα πάρουν απλόχερα το ‘ναι’. Αν το κάνεις, χάνεις τον έλεγχο και μεγαλώνεις παιδιά που δεν μαθαίνουν ότι υπάρχουν όρια και γίνονται ασύδοτα. Αυτό λειτουργεί ως ντόμινο, διότι αυτή τη συμπεριφορά θα τη μεταφέρουν στο σχολείο και αργότερα στην ενήλικη ζωή τους. Τότε, μοιραία θα πληγώσουν και θα πληγωθούν», σημείωσε η κυρία Ειρήνη.

«Οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούμε να χειριστούμε εύκολα ένα παιδί το οποίο από το σπίτι του έχει μάθει να προκαλεί χάος, δεν έχει ακούσει το ‘όχι’ και δεν έχει επιπληχθεί ποτέ» ανέφερε στην εφημερίδα η κα Μαίρη, καθηγήτρια ξένων γλωσσών που πρόσθεσε: «Αλλά και οι καθηγητές θα μπορούσαμε, αναλόγως το μάθημα, να το κάναμε πιο ενδιαφέρον και να πλησιάζαμε τους εφήβους, καθώς δυστυχώς όλα πλέον γίνονται καθαρά διεκπεραιωτικά».

Εφημερίδα Απογευματινή