Oυρλιαχτά τρόμου, κραυγές για βοήθεια που «πνίγηκαν» στους καπνούς, παιδικά κλάματα, γιγαντιαίες φλόγες που κατάπιαν αχόρταγα τα πάντα στο πέρασμά τους, φρίκη, αποκαΐδια και θάνατος… Οκτώ χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον πύρινο εφιάλτη στο Μάτι που στοίχισε τη ζωή σε 104 ψυχές, άφησε πίσω του 147 τραυματίες και εγκαυματίες και βύθισε στο πένθος μια ολόκληρη χώρα. Στις 23 Ιουλίου του 2018, στο μικρό παραθαλάσσιο θέρετρο της Αττικής, έμελλε να εκτυλιχθεί μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας.
Η Μαρίνα Καρύδα, ήταν μία από τις τραγικές φιγούρες που έζησαν την κόλαση και, αφού βγήκε ζωντανή, αποφάσισε να σταθεί δίπλα στους επιζώντες από την πρώτη ημέρα της καταστροφής έως και την αυλαία της πρώτης δίκης. Όλα αυτά που βίωσε τα αποτύπωσε στο συγκλονιστικό βιβλίο της με τίτλο «Μάτι, 23 Ιουλίου 2018», φέρνοντας επίσης στο «φως» και 47 άκρως συγκλονιστικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τον πύρινο όλεθρο, αντίκρισαν τον θάνατο κατάματα. Και το χειρότερο είναι ότι είδαν μπροστά στα μάτια τους, τα αγαπημένα τους πρόσωπα να χάνονται με βασανιστικό τρόπο. Τα έσοδα του βιβλίου διατίθενται σε κοινωφελείς σκοπούς.
Μιλώντας στην «Απογευματινή», η κυρία Καρύδα κατέθεσε τη δική της ιστορία. Ανέφερε πως έχει εξοχικό στο Mάτι από το 2002 κι εκεί περνά τους 6 από τους 12 μήνες του χρόνου: «Βρισκόμουν εκεί με τα δύο παιδιά μου, τη μητέρα μου και τα κατοικίδιά μας. Από το πρωί παρακολουθούσαμε στην τηλεόραση τη φωτιά στην Κινέτα. Όταν ο ουρανός σκοτείνιασε, θεωρήσαμε πως οφείλονταν σε εκείνη τη φωτιά, αφού στην περιοχή μας δεν ακούγονταν σειρήνες, δεν πετούσαν εναέρια μέσα. Σύντομα συνειδητοποιήσαμε ότι η γειτονιά μας καιγόταν, περικυκλωθήκαμε από τη φωτιά. Το ποιος επέζησε εκείνη την ημέρα ήταν μια τυχαία ζαριά. Για τη δική μας οικογένεια, καθοριστικό ήταν ότι δεν ακολουθήσαμε την εντολή των αστυνομικών να επιστρέψουμε προς τη φωτιά. Γνωρίζοντας την κόλαση που αφήναμε πίσω μας, ακολουθήσαμε το ένστικτό μας. Και αυτό τελικά μας έσωσε».
«Δεν εγκαταλείψαμε»
Παρά τον πύρινο εφιάλτη, το Μάτι παραμένει το δεύτερο σπίτι της: «Δεν εγκαταλείψαμε την περιοχή ούτε αμέσως μετά τη φωτιά, παρότι οι συνθήκες ήταν σχεδόν αβίωτες», είπε χαρακτηριστικά.

Η κυρία Καρύδα αποφάσισε να γράψει το βιβλίο όταν με την έναρξη της δίκης άρχισαν να ακούγονται δημόσια σημαντικές αλήθειες, μέσα από την κατάθεση του πραγματογνώμονα και τις μαρτυρίες επιζώντων και συγγενών θυμάτων. «Ένιωσα την ανάγκη να τις καταγράφω, επειδή στον δημόσιο διάλογο συνεχιζόταν η διαστρέβλωση των γεγονότων. Η ιδέα του βιβλίου ήρθε αργότερα, για να αποτυπωθεί η αλήθεια και να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη. Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν συναισθηματική και η ευθύνη να αποδοθούν με ακρίβεια και σεβασμό τα γεγονότα και οι μαρτυρίες από τη δίκη. Για να μην επαναληφθεί μια τέτοια τραγωδία, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε με ακρίβεια τι συνέβη και να απαιτήσουμε λογοδοσία».
Μαρτυρίες που σοκάρουν
«Την ψυχή μου άφησα μέσα στη θάλασσα»
«Τον χειρότερο εφιάλτη που φαντάζεστε εσείς οι γονείς εγώ τον έβλεπα μπροστά μου», αναφέρει η κυρία Αθηνά Μουτάφη περιγράφοντας πώς έχασε τον γιο της, Βίκτωρα
«Φτάσαμε στον δρόμο και είδαμε 4-5 πολύ μικρά παιδιά, μόνα τους. Τα πήραμε στην αγκαλιά μας και αρχίσαμε να τρέχουμε. Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο. Το σταματήσαμε και βάλαμε τα παιδιά μέσα, αλλά δεν υπήρχε χώρος για εμάς»
«Ο Μπράιαν άρχισε να γλιστράει, δεν μπορούσα να τον συγκρατήσω από το χέρι. Έπεσε από το αυτοκίνητο μέσα στη φωτιά. Η τελευταία του λέξη ήταν: “Γιατί;”(…)»
«Η μάνα μου ήταν πεσμένη στα γόνατα, στο πεζοδρόμιο στην Περικλέους, τόσο καμένη που δεν είχε μαλλιά. Ήταν γυμνή, χωρίς μαλλιά και ούρλιαζε»
«Η κόρη μου υποβασταζόμενη από μια κυρία,·το μωρό το είχε αγκαλιά ο γιος της κυρίας αυτής (…) Πήγαμε με τον γαμπρό μου πρώτα στο “Παίδων” για το μωρό. Το παιδί είχε τελειώσει (…) Η κόρη μου πέθανε στις 3 Αυγούστου»
Μία από τις πιο σοκαριστικές μαρτυρίες που έχει μεταφέρει στο βιβλίο της η κυρία Καρύδα, είναι της Ιρλανδής, Ζόε Χόλοχαν, (από την κατάθεσή της στο δικαστήριο στη δίκη για το Μάτι) η οποία μόλις 4 μέρες πριν είχε παντρευτεί τον αγαπημένο της, Μπράιαν. Η ίδια κατάφερε να επιζήσει μέσα από την πύρινη λαίλαπα, αλλά όχι ο άντρας της: «Ήμασταν στη Ραφήνα για το γαμήλιο ταξίδι. Το μεσημέρι, πήγαμε μέσα για να ξεκουραστούμε. Μετά από μία ώρα, ξύπνησα. Ο Μπράιαν δεν ήταν στο κρεβάτι. Τον άκουσα να φωνάζει το όνομά μου. Καθόταν στην μπαλκονόπορτα και ήταν σε σοκ. Είχε πιάσει φωτιά ο κήπος (…) Τρέξαμε και πήγαμε δεξιά (προς το Μάτι), αλλά συναντήσαμε κάποιες γυναίκες που εμφανίστηκαν από το πουθενά μέσα στο καπνούς και μας είπαν να μην πάμε προς τα εκεί. Ήταν σαν ένας τυφώνας από φωτιά. Είχαν πιάσει φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα μου. Φτάσαμε στον δρόμο και είδαμε 4-5 πολύ μικρά παιδιά, μόνα τους. Τα πήραμε στην αγκαλιά μας και αρχίσαμε να τρέχουμε. Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο. Το σταματήσαμε και βάλαμε τα παιδιά μέσα, αλλά δεν υπήρχε χώρος για εμάς. Ζήτησα από τον οδηγό να μας βάλει στο πορτμπαγκάζ (…) Το χέρι μου κόλλησε στο καπό. Όλο το σώμα μου είχε πιάσει φωτιά. Φωτιά έπιασαν και τα ρούχα του Μπράιαν. Το αυτοκίνητο ξαφνικά τράκαρε σε ένα δέντρο. Το δέντρο έπεσε πάνω μας και ο Μπράιαν άρχισε να γλιστράει, δεν μπορούσα να τον συγκρατήσω από το χέρι. Έπεσε από το αυτοκίνητο μέσα στη φωτιά. Η τελευταία του λέξη ήταν: “Γιατί;” (…) Έχω κάνει 30 με 33 χειρουργεία», είπε στη σοκαριστική μαρτυρία της η Ζόε.

Μία άλλη συγκλονιστική κατάθεση που αποτυπώνεται στο βιβλίο, είναι ενός άντρα που έχασε την κόρη του και το εγγονάκι του: «Έφυγα προς την Αργυρά Ακτή (…) Αυτοκίνητα καμένα, με απανθρακωμένα πτώματα μέσα. Ακούω μια φωνή μέσα από τη θάλασσα: “Εδώ είναι”. Μια ξένη φωνή. “Παιδάκι μου τι κάνεις εκεί μέσα; Έλα έξω”. Η ίδια φωνή μού απαντάει: “Δεν μπορεί να βγει έξω”. Ζητάω από ένα παλικάρι να με βοηθήσει. Η κόρη μου υποβασταζόμενη από μια κυρία, το μωρό το είχε αγκαλιά ο γιος της κυρίας αυτής (…) Πήγαμε με τον γαμπρό μου πρώτα στο “Παίδων” για το μωρό. Το παιδί είχε τελειώσει (…) Η κόρη μου πέθανε στις 3 Αυγούστου. Αυτοί που έφυγαν βασανίστηκαν πολύ».
«Μαμά, θα πεθάνουμε κι εμείς;»

Η μαρτυρία της Αθηνάς Μουτάφη, που έχασε τον 24χρονο γιο της, Βίκτωρα Μίχα, κόβει την ανάσα: «Έπειτα από δύο ώρες παραμονής στη θάλασσα, η φίλη μου μού έκανε ένα νεύμα λέγοντάς μου: “Πες στα παιδιά μου ότι τα αγαπάω πολύ”. Ο Βίκτωρας τα έβλεπε όλα αυτά και επιβάρυναν την κατάστασή του. Κάποια στιγμή, η φίλη μου εγκατέλειψε. Κάποια στιγμή, ο Βίκτωρας μου λέει πως δεν αισθάνεται καλά και πως θα πεθάνει. Μου λέει: “Παθαίνω κράμπες, δεν θα αντέξω”. Μετά από δύο απανωτά κύματα που μας σκέπασαν, είδα τον Βίκτωρα μπρούμυτα να επιπλέει. Τον γυρίζω ανάσκελα και του μιλάω “Βίκτωρα, Βίκτωρα!”, αλλά εκείνος δεν απαντούσε. Στις τρεις ώρες μέσα στη θάλασσα έφυγε το παιδί μου… Τον χειρότερο εφιάλτη που φαντάζεστε εσείς οι γονείς εγώ τον έβλεπα μπροστά μου… Την ψυχή μου άφησα μέσα στη θάλασσα». Η ίδια άρπαξε την κόρη της Βάσια: «Δεν το πίστευα, αλλά της έλεγα: “Θα τα καταφέρουμε”. Έβγαλα το σουτιέν μου και δέσαμε τους καρπούς μας για να μη χαθούμε». Συντετριμμένη κατέθεσε στη δίκη και η Βάσια: «(…) Γυρνάω και λέω στη μαμά μου: “Θα πεθάνουμε και εμείς;” Δεν μου απαντούσε… Το πρόσωπό της ήταν μαύρο (…)».
Κόμπο στον λαιμό προκαλεί μία άλλη μαρτυρία, ενός άντρα: «Μου φωνάζει η γυναίκα μου: “Το παιδί!” και το τυλίγω με την πετσέτα. Ανοίγω την πόρτα του οδηγού. Έτρεχα με όλη μου τη δύναμη προς τη θάλασσα. Φτάνω και, με την κουβέρτα που είχα τυλίξει το παιδί μου, που κάηκε σε πολλά σημεία, μπήκαμε στη θάλασσα και σκεπαστήκαμε με αυτή (…) Είχαν ηρεμήσει κάπως τα πράγματα και αποφασίζω να την ψάξω από το ίδιο μονοπάτι. Όταν έφτασα στο αμάξι, βρήκα ένα κουφάρι, έναν απανθρακωμένο βράχο. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν η γυναίκα μου αυτή».
«Κοπελιά, καίγεσαι»
Μία άλλη κατάθεση που υπάρχει μέσα στο βιβλίο, ανήκει σε μία νεαρή γυναίκα: «Κάποιος μου λέει “κοπελιά, καίγεσαι”. Είχα πιάσει φωτιά από πίσω. Με πήγαν στον “Ευαγγελισμό”, και μετά με πήγαν στο “Λάτσειο”. Εκεί έμεινα 74 μέρες. Έχω καεί πίσω, σε χέρια, πλάτη, γλουτούς και πόδια. Έπαθα πνευμονική εμβολή, είχα επιπλοκές (…) Αργότερα έμαθα τι συνέβη στους δικούς μου. Η μάνα μου ήταν πεσμένη στα γόνατα, στο πεζοδρόμιο στην Περικλέους, τόσο καμένη που δεν είχε μαλλιά. Ήταν γυμνή, χωρίς μαλλιά και ούρλιαζε. Στη διαδρομή προς Ραφήνα, πέθανε. Ο πατέρας μου απανθρακώθηκε κοντά στο αμάξι. Δεν κατάφερε να πάει μακριά. Δεν μας ενημέρωσε κανείς. Αν μας ειδοποιούσε κάποιος, έστω και δέκα λεπτά νωρίτερα… Ήταν μια κατηφόρα. Οι δικοί μου και άλλοι πολλοί θα ζούσαν. Μας άφησαν να καούμε. Αμέλεια, ολιγωρία, αδιαφορία».
«Επιχείρησαν να μεταθέσουν τις ευθύνες στα θύματα, στους κατοίκους και στις συνθήκες»
«Σε ένα προάστιο της Αθήνας, το κράτος απέτυχε να προστατεύσει τους πολίτες του», τονίζει η Μαρία Καρύδα
Η φωτιά έκαψε ακόμα πέντε οικισμούς, εκτός από το Μάτι: «Τον Νέο Βουτζά, τον Προβάλινθο, την Αμπελούπολη και το Κόκκινο Λιμανάκι Ραφήνα. Τα περισσότερα σπίτια έχουν αποκατασταθεί, με κρατική στεγαστική συνδρομή, άλλη μια απόδειξη του ότι τα σπίτια δεν ήταν αυθαίρετα. Σήμερα, η περιοχή έχει πρασινίσει ξανά χάρη στους κήπους και στη φροντίδα των κατοίκων, όμως τα μεγάλα δέντρα δεν υπάρχουν πλέον. Η μεγαλύτερη αλλαγή, όμως, είναι ανθρώπινη. Χιλιάδες άνθρωποι ένιωσαν απροστάτευτοι και εγκαταλελειμμένοι, κουβαλώντας μέχρι σήμερα ένα βαθύ συλλογικό τραύμα. Για εμάς η φωτιά εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο που ζούμε, σκεφτόμαστε και αντιδρούμε», αναφέρει η κυρία Μαρίνα Καρύδα.
Στις 7 σήμερα το απόγευμα θα πραγματοποιηθεί τρισάγιο στο Μνημείο των Θυμάτων στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννη Προδρόμου Νέου Βουτζά και το προσκλητήριο νεκρών. Θα ακολουθήσει πεζοπορία στον δρόμο της φωτιάς προς το Μάτι.
Οκτώ χρόνια μετά, η Μαρίνα Καρύδα ξαναβλέπει τα μοιραία λάθη εκείνης της ημέρας: «Είναι πολλά και εγκληματικά, καθώς δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο λάθος, αλλά για συνολική κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού και των υπηρεσιών που είχαν ευθύνη για την προστασία ανθρώπινων ζωών. Η έλλειψη ενημέρωσης των κατοίκων, η απουσία εντολής εκκένωσης όπως είχε γίνει λίγες ώρες νωρίτερα στην Κινέτα, η εκτροπή των διερχόμενων αυτοκινήτων από την Aστυνομία μέσα στην περιοχή που καιγόταν και έλλειψη παρέμβασης του Λιμενικού για τη διάσωση των ανθρώπων που είχαν καταφύγει στη θάλασσα, συνέθεσαν μια τραγική αλυσίδα παραλείψεων. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχαστεί είναι ότι, σε ένα προάστιο της Αθήνας, το κράτος απέτυχε να προστατεύσει τους πολίτες του. Και ακόμη χειρότερα, οι πολιτικά και επιχειρησιακά υπεύθυνοι επιχείρησαν να μεταθέσουν τις ευθύνες στα θύματα, στους κατοίκους και στις συνθήκες, παραπλανώντας την κοινή γνώμη και προσβάλλοντας τη μνήμη των νεκρών».
Για το αν δικαιώθηκαν οι ψυχές των ανθρώπων που χάθηκαν τόσο άδικα στο Μάτι, η ίδια ήταν κατηγορηματική: «Όχι, και δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος από τις οικογένειες των θυμάτων και τους εγκαυματίες που να αισθάνεται ότι αποδόθηκε πραγματική δικαιοσύνη. Έχουμε την αίσθηση ότι έγινε μια δίκη λειψή και κατακερματισμένη, αποσυνδεδεμένη από τη συνολική εικόνα. Το κατηγορητήριο περιορίστηκε σε βαθμό πλημμελήματος, παρότι το αίτημα του ανακριτή για αναβάθμιση της κατηγορίας απορρίφθηκε τρεις φορές. Παράλληλα, υπηρεσίες και πρόσωπα με κρίσιμο ρόλο στη διαχείριση της πυρκαγιάς δεν έφτασαν ποτέ στο εδώλιο. Όταν μια τραγωδία με περισσότερους από εκατό νεκρούς εξετάζεται αποσπασματικά, χωρίς να αποτυπώνεται ολόκληρος ο μηχανισμός ευθύνης, δύσκολα μπορεί κανείς να μιλήσει για ουσιαστική δικαίωση».

Εφημερίδα Απογευματινή









