Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μεταφέρεται πλέον η δικαστική μάχη για την υπόθεση των υποκλοπών, μετά την προσφυγή που κατέθεσε κατά της Ελλάδας ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης. Στο επίκεντρο της προσφυγής βρίσκεται η διπλή παρακολούθησή του, τόσο από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών όσο και μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο οι ελληνικές δικαστικές Αρχές διερεύνησαν την υπόθεση.
Τι υποστηρίζει ο δημοσιογράφος
Η προσφυγή στρέφεται κατά του τρόπου με τον οποίο οι ελληνικές δικαστικές Αρχές χειρίστηκαν την υπόθεση, με τον δημοσιογράφο να υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε ανεξάρτητη, αμερόληπτη και αποτελεσματική διερεύνηση.
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στις ενέργειες του πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, ο οποίος κλήθηκε να χειριστεί τη σχετική δικογραφία, ενώ στο παρελθόν είχε υπογράψει, ως εποπτεύων εισαγγελικός λειτουργός της ΕΥΠ, τις διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του Κουκάκη.
Με την προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τίθενται, μεταξύ άλλων, ζητήματα παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, της ελευθερίας της έκφρασης και της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών, αλλά και του δικαιώματος σε αποτελεσματική προσφυγή. Στο επίκεντρο βρίσκεται επίσης η καταγγελία ότι δεν διερευνήθηκαν σε βάθος ο πραγματικός σκοπός της παρακολούθησης, οι πιθανοί ωφελούμενοι από τη χρήση του Predator και οι πιθανές διασυνδέσεις μεταξύ της επίσημης επισύνδεσης από την ΕΥΠ και της χρήσης του παράνομου λογισμικού.
Αναλυτικά, το δελτίο Τύπου των πληρεξούσιων δικηγόρων του Θανάση Κουκάκη έχει ως εξής:
«Κατατέθηκε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσφυγή του δημοσιογράφου Αθανασίου Κουκάκη κατά της Ελλάδας. Η προσφυγή στρέφεται κατά της άρνησης των εθνικών δικαστικών αρχών να διερευνήσουν κατά τρόπο ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αποτελεσματικό τη διπλή παρακολούθηση του προσφεύγοντα από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και μέσω του λογισμικού κατασκοπείας Predator. Κεντρικό σημείο της προσφυγής αποτελεί η παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη υπό το πρίσμα της αντικειμενικής αμεροληψίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Ειδικότερα, εγείρεται μείζον ζήτημα θεσμικής τάξης από το γεγονός ότι ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, ανέλαβε προσωπικά τον χειρισμό της ογκώδους ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε μετά την έκδοση της απόφασης ΒΜ 853/2026 του Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το εν λόγω δικαστήριο, έχοντας καταδικάσει τέσσερα πρόσωπα σε πολυετείς ποινές φυλάκισης, είχε διατάξει την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης για τη διακρίβωση τυχόν πρόσθετων αδικημάτων, συμπεριλαμβανομένης της κατασκοπείας, καθώς και την ταυτοποίηση των πραγματικών ωφελουμένων της παράνομης παρακολούθησης.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, εξέδωσε στις 27 Απριλίου 2026, λίγες μόνο ημέρες μετά την παραλαβή της πολυσέλιδης δικογραφίας, πράξη μη ανάσυρσης και μη επανεξέτασης της υπόθεσης που κατά το παρελθόν είχε τεθεί στο αρχείο από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση, παρά το γεγονός ότι κατά το παρελθόν, υπό την ιδιότητα του εποπτεύοντος εισαγγελικού λειτουργού της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, είχε ο ίδιος υπογράψει τις διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του προσφεύγοντος το καλοκαίρι του 2020. Η ενέργεια αυτή του Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, χωρίς να απέχει ο ίδιος αυτοβούλως ή να εξεταστεί η σχετική αίτηση εξαίρεσης, κατέστησε τον ίδιο δικαστικό λειτουργό κριτή σε μια έρευνα που θα μπορούσε να ελέγξει τις προγενέστερες δικές του υπηρεσιακές πράξεις.
Παράλληλα, με την προσφυγή καταγγέλλεται η παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ σχετικά με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, καθώς και του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ για την ελευθερία της έκφρασης και την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών. Τονίζεται ότι η Πολιτεία απέτυχε να διασφαλίσει μια ενδελεχή και απολύτως ανεξάρτητη ποινική διερεύνηση, η οποία θα φώτιζε τον πραγματικό σκοπό της στοχοποίησης του προσφεύγοντα, τα πρόσωπα που ωφελήθηκαν από τη χρήση του παράνομου λογισμικού και τις πιθανές διασυνδέσεις μεταξύ της επίσημης επισύνδεσης και της χρήσης του Predator σε βάρος του.
Τέλος, προβάλλεται η παραβίαση του δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, εξαιτίας της απουσίας ενός πρακτικά αποτελεσματικού εσωτερικού ενδίκου βοηθήματος ικανού να ελέγξει την ουσία των ανωτέρω αιτιάσεων. Το εθνικό σύστημα απέτυχε να παράσχει στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα πλήρους επανεξέτασης της πράξης αρχειοθέτησης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από ένα ανεξάρτητο όργανο, στερώντας του την πρόσβαση στην αλήθεια και στην ουσιαστική αποκατάσταση των παραβιασθέντων δικαιωμάτων του.
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν μπορεί να θεωρηθεί λήξασα όσο παραμένουν αναπάντητα θεμελιώδη ερωτήματα για την κρατική παρακολούθηση δημοσιογράφων, τη χρήση του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, την ταυτότητα των εμπλεκομένων και τις θεσμικές ευθύνες για τη μη διερεύνηση σε βάθος όλων των παραμέτρων της υπόθεσης.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι
Ζαχαρίας Κεσσές, Γιώργος Σταματιάδης».









