Υπάρχει μία ώρα της ημέρας που δεν χωρά σε κανέναν κυβερνητικό πίνακα. Είναι η ώρα που ο εργαζόμενος γυρίζει σπίτι, αφήνει τα κλειδιά στο τραπέζι και προσπαθεί να υπολογίσει αν ο μισθός θα φτάσει μέχρι το τέλος του μήνα. Αν θα πληρωθεί το ενοίκιο. Αν θα περισσέψει χρόνος για το παιδί του, για τους δικούς του ανθρώπους, για τον εαυτό του. Εκεί, μακριά από τις ανακοινώσεις περί «ισχυρής οικονομίας», μετριέται η αληθινή κατάσταση της χώρας.
Η έκθεση της Gallup για το 2026 καταγράφει ότι το 61% των εργαζομένων στην Ελλάδα δήλωσε πως ένιωσε πολύ άγχος την προηγούμενη ημέρα. Είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη, όπου ο μέσος όρος βρίσκεται στο 39%. Η έρευνα δεν λέει ότι όλο αυτό το άγχος οφείλεται αποκλειστικά στη δουλειά. Οι άνθρωποι, άλλωστε, δεν ζουν σε ξεχωριστά κουτάκια: εργασία, σπίτι, λογαριασμοί, οικογένεια. Τα κουβαλούν όλα μαζί, από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Η εξάντληση δεν είναι προσωπική αποτυχία
Ξέρουμε για ποιον άνθρωπο μιλάμε. Για τη μητέρα που σχολάει και αρχίζει μια δεύτερη βάρδια στο σπίτι. Για τον νέο που εργάζεται σε δύο δουλειές, αλλά εξακολουθεί να μην μπορεί να νοικιάσει ένα σπίτι μόνος του. Για τον εργαζόμενο που κοιτάζει το κινητό του το βράδυ, επειδή ένα μήνυμα από τη δουλειά μπορεί να σημαίνει ότι η ημέρα του δεν τελείωσε ακόμη. Η αγωνία αυτών των ανθρώπων δεν είναι έλλειψη αντοχής. Είναι η εμπειρία μιας καθημερινότητας που ζητά συνεχώς περισσότερα και επιστρέφει όλο και λιγότερη σιγουριά.

Το 2025, σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα είχε τη μεγαλύτερη μέση εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 39,6 ώρες στην κύρια απασχόληση, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 35,9. Πολλοί συμπολίτες μας αισθάνονται ότι τρέχουν διαρκώς, χωρίς να πλησιάζουν σε μια πιο ήρεμη ζωή. Δουλεύουν για να σταθούν όρθιοι, όχι για να κάνουν σχέδια. Αυτή η διαφορά είναι πολιτική και βαθιά ανθρώπινη.
Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για επενδύσεις και δείκτες. Οφείλει όμως να απαντήσει και σε κάτι απλούστερο: πώς ζει ο άνθρωπος που εργάζεται; Του φτάνει ο μισθός; Ξέρει πότε θα σχολάσει; Μπορεί να αρρωστήσει χωρίς να φοβάται για τη θέση του; Έχει χρόνο να δει το παιδί του ξύπνιο; Αν αποφεύγουμε αυτές τις ερωτήσεις, η συζήτηση για την ανάπτυξη μένει μισή. Να ξαναδώσουμε χρόνο και ασφάλεια στους ανθρώπους.
Δεν αρκεί να λέμε σε έναν εξαντλημένο εργαζόμενο να «διαχειριστεί καλύτερα» το άγχος του. Χρειάζεται πολιτική απόφαση: μισθοί που αντέχουν απέναντι στο κόστος ζωής, σεβασμός στο ωράριο, ουσιαστικοί έλεγχοι, συλλογικές συμβάσεις και πραγματικό δικαίωμα στην αποσύνδεση μετά τη δουλειά. Χρειάζονται δημόσιες υπηρεσίες υγείας και φροντίδας, ώστε μία οικογένεια να μη νιώθει μόνη μπροστά σε κάθε δυσκολία.
Και η Αυτοδιοίκηση μπορεί να κάνει την καθημερινότητα λιγότερο σκληρή. Ένας παιδικός σταθμός κοντά στο σπίτι, μία αξιόπιστη κοινωνική υπηρεσία, μια ασφαλής διαδρομή προς τη δουλειά δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα. Για μια οικογένεια που μετρά κάθε ώρα και κάθε ευρώ, είναι ανάσα. Οι δήμοι χρειάζονται τους πόρους για να προσφέρουν αυτήν τη στήριξη, εκεί όπου οι άνθρωποι τη χρειάζονται.
Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα δεν ζητούν να τους θαυμάζουμε επειδή αντέχουν. Ζητούν να μη χρειάζεται να αντέχουν τα πάντα. Το ποσοστό της Gallup πρέπει να μας μείνει στο μυαλό γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο: πίσω από το 61% υπάρχουν άνθρωποι που αξίζουν να γυρίζουν σπίτι με δυνάμεις για τη ζωή τους, όχι μόνο για την επόμενη εργάσιμη ημέρα.
Ο κ. Κρικρής είναι ψυχολόγος, μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της ΕΛΑΣ
Εφημερίδα Απογευματινή










