Το παράδοξο της ελληνικής εργασίας

Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει την εργασία ως υπόθεση περισσότερων ωρών όταν το πραγματικό ζητούμενο είναι υψηλότερη παραγωγικότητα και αξιοπρεπέστερη ζωή
18:23 - 29 Απριλίου 2026

Η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη για τετραήμερη εργασία και μείωση του χρόνου απασχόλησης με πλήρεις αποδοχές δεν είναι απλώς μια πολιτική τοποθέτηση. Είναι αφορμή για να ανοίξει, έστω και καθυστερημένα, μια συζήτηση που στην υπόλοιπη Ευρώπη έχει ήδη ξεκινήσει να εφαρμόζεται.

Στην Ισλανδία, πιλοτικά προγράμματα με λιγότερες ώρες εργασίας έδειξαν ότι η παραγωγικότητα δεν μειώθηκε, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις βελτιώθηκε. Στο Βέλγιο εφαρμόστηκαν σχήματα τετραήμερης εργασίας μέσω ανακατανομής του χρόνου, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο δοκιμάστηκε το μοντέλο των 32 ωρών σε επιχειρήσεις με θετικά αποτελέσματα. Η συζήτηση, πλέον, δεν αφορά μόνο πόσο δουλεύουμε, αλλά πώς οργανώνεται η εργασία.

Η ελληνική πραγματικότητα κινείται σε διαφορετική τροχιά. Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα συγκαταλέγονται στους πιο «βαριά εργαζόμενους» στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με περισσότερες ώρες απασχόλησης από τον μέσο όρο. Κι όμως, αυτό δεν μεταφράζεται σε υψηλότερα εισοδήματα. Η αγοραστική δύναμη παραμένει χαμηλή και η παραγωγικότητα υπολείπεται σημαντικά.

Εδώ βρίσκεται και το βασικό παράδοξο. Περισσότερες ώρες δεν σημαίνουν απαραίτητα καλύτερη δουλειά, ούτε καλύτερη αμοιβή. Σε μεγάλο βαθμό, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και οργανωτικό. Η εργασία εξακολουθεί να μετριέται κυρίως σε χρόνο και όχι σε αποτέλεσμα, ενώ η φυσική παρουσία στον χώρο εργασίας συχνά συγχέεται με την παραγωγικότητα. Το ίδιο φάνηκε και με την τηλεργασία. Παρότι σε πολλές περιπτώσεις αποδείχθηκε λειτουργική, αντιμετωπίστηκε συχνά με καχυποψία. Για αρκετούς εργοδότες, το να μην βρίσκεται κάποιος στο γραφείο εξακολουθεί να σημαίνει ότι δεν εργάζεται πραγματικά. Αυτή η αντίληψη δείχνει πόσο δύσκολα αλλάζει το μοντέλο.

Η μείωση του χρόνου εργασίας, όμως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί με σύνθημα. Χρειάζεται θεσμικό πλαίσιο, κλαδικές προσαρμογές, ελέγχους, επένδυση στην οργάνωση της εργασίας, αξιοποίηση της τεχνολογίας και σύνδεση με την παραγωγικότητα. Αλλιώς, ο κίνδυνος είναι να μετατραπεί σε επικοινωνιακή εξαγγελία ή σε μέτρο που θα αφορά μόνο λίγους και ισχυρούς κλάδους. Σε αυτό το πλαίσιο, η αξία της πρότασης δεν βρίσκεται μόνο στο αν μπορεί να εφαρμοστεί αύριο. Βρίσκεται στο ότι ανοίγει μια αναγκαία συζήτηση. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει την εργασία ως υπόθεση περισσότερων ωρών, όταν το πραγματικό ζητούμενο είναι καλύτερη οργάνωση, υψηλότερη παραγωγικότητα και αξιοπρεπέστερη ζωή.

Το ζητούμενο, δεν είναι να δουλεύουμε λιγότερο. Είναι να δουλεύουμε διαφορετικά, με κανόνες που προστατεύουν τον εργαζόμενο και με ένα παραγωγικό μοντέλο που δεν στηρίζεται στην εξάντληση.