∆ύο πόλεµοι, ένα αδιέξοδο και ο… Νόλαν

Αντιµέτωπη µε τα όρια της επιβολής ισχύος σε Ιράν και Ουκρανία η κυβέρνηση Τραµπ – Τι δείχνουν οι διαδοχικές συναντήσεις µε Νετανιάχου και Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο – Η επανάσταση των drones, που αλλάζει τις στρατιωτικές ισορροπίες, και η αξιοπιστία της αµερικανικής ισχύος, που υποχωρεί ταχύτατα
19:45 - 3 Αυγούστου 2026
ΗΠΑ Ιράν Ουκρανία πόλεμος

Η «Οδύσσεια», η νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, έχει συγκεντρώσει τεράστια δηµοσιότητα, την ώρα που οι δύο µεγάλοι πόλεµοι σε Ιράν και Ουκρανία εξακολουθούν να µαίνονται όχι µακριά από την περιοχή όπου εκτυλίχθηκε ο Τρωικός Πόλεµος. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Οδυσσέας, επιστρέφοντας από τη σύγκρουση, βρίσκεται αντιµέτωπος µε τον φόβο της «πτώσης του πολιτισµού», ένα θέµα που απουσιάζει σε µεγάλο βαθµό από το οµηρικό έπος του 6ου αιώνα π.Χ.

Οι συµβολισµοί δεν κρύβονται στην παρούσα συγκυρία, καθώς η συζήτηση για τον ρόλο του «πλανητάρχη» και της αµερικανικής ισχύος έχει ανάψει και εξελίσσεται σε κυρίαρχο θέµα της διεθνούς πολιτικής.

Η ταυτόχρονη παρουσία του πρωθυπουργού του Ισραήλ, Μπενιαµίν Νετανιάχου, και του προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίµιρ Ζελένσκι, στην Ουάσινγκτον
και οι ξεχωριστές συναντήσεις µε τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραµπ, κεκλεισµένων των θυρών, δεν έκρυψαν το κοινό αδιέξοδο των δύο πολέµων.

Οπως αναλύει ο πολιτικός επιστήµονας Ρόµπερτ Πέιπ στο «Foreign Affairs» (το πλέον έγκυρο περιοδικό στους κύκλους του αµερικανικού κατεστηµένου εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας), η κυβέρνηση Τραµπ αντιµετωπίζει πρόβληµα στη διαχείριση των δύο πολέµων: η στρατιωτική ισχύς δεν έχει µεταφραστεί σε πολιτική λύση και οι δύο συγκρούσεις παραµένουν εγκλωβισµένες σε έναν γύρο κλιµάκωσης, εξάντλησης και αβεβαιότητας γύρω από τις διαπραγµατεύσεις.

Η συνάντηση του Τραµπ µε τον Νετανιάχου δεν είχε την πολιτική δυναµική που θα ανέµενε κανείς από µια σχέση που παραδοσιακά θεωρείται ιδιαίτερα
στενή. Το Ισραήλ δεν απέσπασε σαφείς δεσµεύσεις για γενικευµένη αµερικανική στρατιωτική δράση κατά του Ιράν, ούτε την αµυντική συµφωνία που θα
ενίσχυε τη θέση του στην περιοχή. Η εξέλιξη αντανακλά και τις αυξανόµενες διαφορές µεταξύ Τραµπ και Νετανιάχου στην παρούσα φάση, σε έναν πόλεµο που δοκιµάζει τις σχέσεις τους και αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους απέναντι στην Τεχεράνη.

Η αποτυχία της αρχικής εκτίµησης ότι µια στρατιωτική λύση θα εξουδετερώσει πλήρως τις ιρανικές δυνατότητες ενισχύει την πίεση για διπλωµατική διέξοδο. Αλλά τα αδιέξοδα στο Ορµούζ κρατούν ζωντανό τον πόλεµο, µε τα αεροπορικά αντίποινα στο
επίκεντρο.

Ο Αµερικανός πρόεδρος έχει δείξει ότι δεν επιθυµεί µια ανεξέλεγκτη περιφερειακή σύγκρουση, ενώ ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αντιµετωπίζει ισχυρές εσωτερικές πιέσεις µπροστά τις εκλογές του Οκτωβρίου και επιδιώκει να διατηρήσει την αµερικανική στήριξη, που ιστορικά δεν κλονίζεται τόσο εύκολα. Η προσπάθεια διεύρυνσης των Συµφωνιών του Αβραάµ, µε τη συµµετοχή της Σαουδικής Αραβίας, αποτελεί για τον Τραµπ έναν τρόπο να µετατρέψει τη στρατιωτική αντιπαράθεση σε ευρύτερη διπλωµατική αναδιάταξη, χωρίς όµως να έχει εξασφαλίσει ακόµη τη συναίνεση του Ριάντ.

Η µεγάλη αντίφαση

Την ίδια στιγµή, ο Ζελένσκι ταξίδεψε στην Ουάσινγκτον µε ένα εξίσου επείγον αίτηµα: συζήτησε το ενδεχόµενο η Ουκρανία να κατασκευάσει πυραύλους για τα συστήµατα Patriot, ζωτικής σηµασίας για την αντιαεροπορική άµυνα του Κιέβου, και ζήτησε 300 πυραύλους µέχρι τον χειµώνα. Ο Τραµπ δήλωσε πρόθυµος να βοηθήσει, αλλά αναγνώρισε ότι η αµερικανική δυνατότητα παροχής τέτοιου οπλισµού περιορίζεται από τις ανάγκες του πολέµου µε το Ιράν. Lockheed Martin και Raytheon (εταιρείες που παράγουν πυραύλους για Patriot) ξεκαθάρισαν πως, ακόµα κι αν η Ουκρανία λάβει τη σχετική άδεια, θα χρειαστεί ένα έως πέντε χρόνια για να µπορέσει να κατασκευάσει µεγάλο αριθµό πυραύλων. Και στις δύο περιπτώσεις ο Τραµπ βρίσκεται αντιµέτωπος µε το ίδιο πρόβληµα: Οι πολεµικές αεροπορικές επιδροµές δεν αρκούν για να επιβάλουν µια βιώσιµη πολιτική λύση. Κι αυτή είναι η µεγάλη αντίφαση.

Ο Ζελένσκι επιδιώκει την επανεκκίνηση των συνοµιλιών µε τη Ρωσία, αλλά αµφιβάλλει αν ο Βλαντίµιρ Πούτιν είναι έτοιµος να αποδεχθεί κατάπαυση του
πυρός. Αντίστοιχα, οι διαπραγµατεύσεις µε το Ιράν παραµένουν εύθραυστες, καθώς η Τεχεράνη διατηρεί στρατιωτικές δυνατότητες και χρησιµοποιεί την πίεση στο Ορµούζ ως διαπραγµατευτικό όπλο. Οι δύο πόλεµοι, εποµένως, συγκλίνουν σε ένα κοινό στρατηγικό αδιέξοδο. Οι ΗΠΑ διαθέτουν την ισχύ να επηρεάσουν αποφασιστικά την εξέλιξή τους, αλλά όχι την ικανότητα να επιβάλουν γρήγορα το αποτέλεσµα που επιδιώκουν.

Ο Τραµπ στο Ιράν βρίσκεται µπροστά σε ένα δύσκολο δίληµµα: να συνεχίσει να χρησιµοποιεί τη στρατιωτική ισχύ ως µοχλό πίεσης ή να επενδύσει περισσότερο στη διπλωµατία, γνωρίζοντας ότι κάθε παραχώρηση µπορεί να εκληφθεί ως αδυναµία από τους συµµάχους και τους αντιπάλους του; Ωστόσο, οι δύο συγκρούσεις αποκαλύπτουν κάτι περισσότερο, µια νέα πραγµατικότητα στον σύγχρονο πόλεµο: Η στρατιωτική υπεροχή δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από την ισχύ των συµβατικών όπλων, αλλά και από την ικανότητα αξιοποίησης φθηνότερων τεχνολογιών, ασύµµετρων τακτικών και δικτύου συµµαχιών.

Εξυπνη τεχνολογία

Το Ιράν, όπως και η Ουκρανία, έχει επενδύσει σε µέσα που επιτρέπουν την πρόκληση δυσανάλογου κόστους σε έναν τεχνολογικά ισχυρότερο αντίπαλο. Η Τεχεράνη έχει αξιοποιήσει drones, µικρά ταχύπλοα και την απειλή ναρκοθέτησης, για να ασκήσει πίεση στη ναυσιπλοΐα και στις αµερικανικές δυνάµεις στον Περσικό Κόλπο. Η στρατηγική αυτή βασίζεται στην εκµετάλλευση της γεωγραφίας και της ασυµµετρίας κόστους: Ενα σχετικά φθηνό drone ή µια επίθεση µε ταχύπλοα µπορεί να υποχρεώσει έναν αντίπαλο να κινητοποιήσει πολύ ακριβότερα συστήµατα άµυνας. Αντίστοιχα, η Ουκρανία έχει χρησιµοποιήσει drones για να πλήξει ρωσικές υποδοµές και να περιορίσει τη δράση του ρωσικού Ναυτικού στη Μαύρη Θάλασσα.

Η τεχνογνωσία που αναπτύχθηκε στο ουκρανικό µέτωπο έχει ήδη περάσει στη Μέση Ανατολή, ενώ το Ιράν έχει προµηθεύσει τη Ρωσία µε drones Shahed.

Η διασύνδεση αυτή δηµιουργεί ένα ενιαίο τεχνολογικό πεδίο µάχης, όπου οι καινοτοµίες µεταφέρονται από τη µία σύγκρουση στην άλλη.

Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η «µαζική ακρίβεια» (mass precision). Μια νέα µορφή πολέµου, όπου η ακρίβεια των προηγµένων όπλων συνδυάζεται µε µαζική χρήση φθηνών, αυτόνοµων συστηµάτων, κυρίως drones, τα οποία µπορούν να εξαντλήσουν τις αµυντικές υποδοµές. Η εξέλιξη αυτή αναγκάζει τις
ΗΠΑ και τους συµµάχους τους να επενδύσουν σε συστήµατα ανίχνευσης και αναχαίτισης µε τεχνητή νοηµοσύνη, αυξάνοντας το κόστος της άµυνας.

Η κρίση, ωστόσο, δεν είναι µόνο στρατιωτική. Τα Στενά του Ορµούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσµιας ενέργειας, συνδέουν άµεσα
την ασφάλεια της Μέσης Ανατολής µε την παγκόσµια οικονοµία και πιέζουν τις κυβερνήσεις σε ΗΠΑ και Ε.Ε. να αντιµετωπίσουν τις επιπτώσεις µιας νέας
ενεργειακής κρίσης.

Την ίδια στιγµή, οι διαπραγµατεύσεις ΗΠΑ – Ιράν παραµένουν εγκλωβισµένες σε έναν φαύλο κύκλο αµοιβαίας δυσπιστίας. Η Τεχεράνη αναζητά οικονοµική ανακούφιση και αποδέσµευση κεφαλαίων, ενώ η Ουάσινγκτον επιδιώκει εγγυήσεις ασφαλείας και περιορισµό της ιρανικής επιρροής. Το Ιράν, όµως,
διατηρεί σηµαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για µια γρήγορη λύση.

Πλήγµα στο γόητρο των ΗΠΑ

Η κρίση γύρω από το Ιράν αναδεικνύει ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πρόβληµα για τις ΗΠΑ: τα όρια της στρατιωτικής τους ισχύος και, κυρίως, την υποχώρηση της αξιοπιστίας τους ως δύναµης που µπορεί να επιβάλλει αποτελεσµατικά τους όρους της στις κρίσιµες περιοχές του πλανήτη. Ο Ρόµπερτ Πέιπ είχε
προειδοποιήσει ήδη από τον Φεβρουάριο ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δύσκολα θα µπορούσαν να νικήσουν το Ιράν αποκλειστικά µέσω αεροπορικής ισχύος, κινδυνεύοντας παράλληλα να χάσουν τον έλεγχο της κλιµάκωσης. Η πρόσφατη αναζωπύρωση των εχθροπραξιών ενισχύει αυτή την εκτίµηση, καθώς η Τεχεράνη διατηρεί τη δυνατότητα να αυξάνει την πίεση, ιδιαίτερα γύρω από τα Στενά του Ορµούζ.

Η ανάλυση του Πέιπ στο «Foreign Affairs» συνδέει τη σηµερινή κατάσταση µε την αµερικανική στρατιωτική υπεροχή µετά τον Ψυχρό Πόλεµο. Η επιχείρηση του 1991 εναντίον του Ιράκ ανέδειξε την αµερικανική ικανότητα να καταστρέφει συµβατικές στρατιωτικές δυνάµεις µε όπλα ακριβείας, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι η Ουάσινγκτον µπορούσε να ελέγχει τις παγκόσµιες στρατηγικές και εµπορικές αρτηρίες. Ωστόσο, η τεχνολογική διάχυση ανέτρεψε σταδιακά αυτή την ισορροπία.

Αυτό δεν σηµαίνει ότι η αµερικανική στρατιωτική ισχύς έχει εξαφανιστεί. Σηµαίνει, όµως, ότι η ικανότητα επιβολής αποτελεσµάτων έχει περιοριστεί. Οι
πόλεµοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν απέδειξαν ότι η νίκη στο πεδίο της µάχης δεν εγγυάται πολιτική επικράτηση, ενώ η διάδοση των σύγχρονων όπλων ακριβείας δυσκολεύει ακόµα περισσότερο την αµερικανική προσπάθεια ελέγχου στρατηγικών περιοχών.

Το κρίσιµο ζήτηµα, εποµένως, δεν είναι µόνο η ισχύς των ΗΠΑ, αλλά η εµπιστοσύνη των άλλων χωρών στην ικανότητα να τη χρησιµοποιήσουν αποτελεσµατικά. Και αυτή η «αξιοπιστία» φαίνεται να υποχωρεί γρήγορα, διαµορφώνοντας έναν κόσµο, όπως και στην «Οδύσσεια», όπου η αµερικανική επιρροή δεν µπορεί πλέον να θεωρείται δεδοµένη.

Κυριακάτικη Απογευματινή