Μια ιδιαίτερα σοβαρή υπόθεση που επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση στη Γαλλία το ζήτημα της «χημικής υποταγής» βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας των Αρχών. Σχεδόν 250 γυναίκες εκτιμάται ότι ενδέχεται να υπήρξαν θύματα του πρώην υψηλόβαθμου δημόσιου υπαλλήλου Κριστιάν Νεγκρ, ο οποίος φέρεται να τους χορηγούσε διουρητικές ουσίες κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων για θέσεις εργασίας.
Η υπόθεση αφορά περιστατικά που φέρεται να σημειώθηκαν μεταξύ 2009 και 2018, ενώ ο Νεγκρ, ο οποίος σήμερα είναι περίπου 60 ετών, βρίσκεται υπό επίσημη δικαστική έρευνα για κατηγορίες που περιλαμβάνουν χορήγηση ουσιών, παραβίαση της ιδιωτικής ζωής και σεξουαλική επίθεση. Ο ίδιος έχει αρνηθεί να σχολιάσει τις κατηγορίες.
Η συνέντευξη που μετατράπηκε σε εφιάλτη
Η Αναΐς ντε Βος ήταν 27 ετών όταν, τον Ιούλιο του 2011, πήγε σε συνέντευξη για μια θέση εργασίας στο υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας, στο Παρίσι. Εκεί συνάντησε τον Νεγκρ, ο οποίος ήταν υψηλόβαθμος υπάλληλος του υπουργείου.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Νεγκρ της προσέφερε έναν καφέ, τον οποίο η ίδια, αν και δεν συνήθιζε να πίνει, δέχθηκε από ευγένεια. Όπως θυμάται, το ρόφημα είχε περίεργη γεύση και κατάφερε να πιει περίπου το μισό.
Λίγο αργότερα, ο Νεγκρ πρότεινε να συνεχίσουν τη συνέντευξη περπατώντας στους δρόμους του Παρισιού. Κατά τη διάρκεια της βόλτας, η Αναΐς αισθάνθηκε ξαφνικά μια έντονη και ανεξέλεγκτη ανάγκη να ουρήσει.
Όταν του ζήτησε να βρει μια τουαλέτα, εκείνος φέρεται να την οδήγησε σε μια αποθήκη κάτω από γέφυρα στον Σηκουάνα, λέγοντάς της ότι μπορούσε να ουρήσει εκεί. Η ίδια αρνήθηκε και τελικά κατευθύνθηκε προς ένα καφέ. Ωστόσο, μέχρι να φτάσει στην τουαλέτα, είχε χάσει τον έλεγχο της κύστης της.
Το «Experiments P» στον υπολογιστή
Για χρόνια, η Αναΐς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Η εμπειρία, όπως υποστηρίζει, επηρέασε την αυτοπεποίθηση και την επαγγελματική της πορεία.
Το 2019, όμως, έλαβε επιστολή από την αστυνομία και πληροφορήθηκε ότι οι ερευνητές εξέταζαν την περίπτωσή της στο πλαίσιο μιας πολύ μεγαλύτερης έρευνας. Τότε φέρεται να ενημερώθηκε ότι ήταν μία από σχεδόν 200 γυναίκες τις οποίες ο Νεγκρ ενδέχεται να είχε ναρκώσει κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι αστυνομικοί φέρεται να εντόπισαν στον υπολογιστή του ένα αρχείο με την ονομασία «Experiments P». Σε αυτό, σύμφωνα με τις καταγγελίες, καταγράφονταν λεπτομέρειες για τις γυναίκες, όπως η ώρα άφιξής τους, ο χρόνος χορήγησης του διουρητικού, ο χρόνος που μεσολαβούσε μέχρι να ουρήσουν, ακόμη και στοιχεία σχετικά με τα εσώρουχα που φορούσαν.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο Νεγκρ χρησιμοποιούσε διουρητικές ουσίες, οι οποίες αυξάνουν την παραγωγή ούρων και προκαλούν συχνότερη και εντονότερη ανάγκη για ούρηση.
Πώς ξεκίνησε η έρευνα
Η έρευνα σε βάρος του πρώην δημοσίου υπαλλήλου ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2018, όταν συνάδελφός του φέρεται να τον αντιλήφθηκε να φωτογραφίζει μια γυναίκα κάτω από το τραπέζι.
Αρχικά τέθηκε σε διαθεσιμότητα και το 2019 απολύθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, κατά τη διάρκεια της έρευνας είχε δηλώσει ότι είχε «επιβάλει ταπεινωτικές καταστάσεις σε γυναίκες» κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων.
Η υπόθεση βρίσκεται πλέον στη Δικαιοσύνη, με τον Νεγκρ να αναμένει τη δικαστική εξέλιξη των κατηγοριών που αντιμετωπίζει.
Ανάλογη εμπειρία και άλλη υποψήφια
Μεταξύ των γυναικών που εντόπισαν οι ερευνητές ήταν και η Μαρί-Ελέν Μπρις, η οποία είχε περάσει από συνέντευξη με τον Νεγκρ το 2016 στο Στρασβούργο.
Όπως περιγράφει, εκείνος της πρότεινε να περπατήσουν έξω προκειμένου να αισθανθεί πιο άνετα. Κατά τη διάρκεια της βόλτας, αισθάνθηκε και η ίδια ξαφνικά μια έντονη ανάγκη να ουρήσει.
Ο Νεγκρ φέρεται να της είπε ότι γνώριζε μια δημόσια τουαλέτα, όμως όταν έφτασαν στο σημείο δεν υπήρχε καμία. Η ένταση της ανάγκης ήταν τέτοια, σύμφωνα με την ίδια, ώστε τελικά αναγκάστηκε να ουρήσει σε δημόσιο χώρο.
Η Μαρί-Ελέν υποστηρίζει ότι ο Νεγκρ παρέμεινε κοντά της και προσφέρθηκε να την καλύψει με το σακάκι του. Η ίδια αναφέρει ότι το περιστατικό της προκάλεσε σημαντικές ψυχολογικές συνέπειες και προβλήματα στο ουροποιητικό της σύστημα.
Στο επίκεντρο η «χημική υποταγή»
Η υπόθεση έχει ενταχθεί στη μεγαλύτερη συζήτηση που έχει ανοίξει στη Γαλλία για τη λεγόμενη «χημική υποταγή», δηλαδή τη χρήση φαρμάκων ή άλλων ουσιών με σκοπό να επηρεαστεί η κατάσταση ενός ανθρώπου και να καταστεί ευάλωτος σε κακοποίηση ή επίθεση.
Το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας το 2024, μετά την υπόθεση της Ζιζέλ Πελικό, ο σύζυγος της οποίας καταδικάστηκε επειδή τη νάρκωνε και προσκαλούσε άλλους άνδρες να τη βιάζουν ενώ εκείνη βρισκόταν αναίσθητη.
Στη Γαλλία εφαρμόζεται πλέον πιλοτικό πρόγραμμα που επιτρέπει σε γυναίκες οι οποίες υποψιάζονται ότι τους χορηγήθηκε κάποια ουσία να υποβάλλουν δείγματα αίματος, ούρων ή μαλλιών για εργαστηριακή ανάλυση, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως επίσημη καταγγελία.
Ωστόσο, η υπόθεση Νεγκρ καταδεικνύει και τις δυσκολίες που υπάρχουν στην ανίχνευση τέτοιων ουσιών. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα θύματα δεν γνωρίζουν ότι ενδέχεται να έχουν λάβει κάποια ουσία, ενώ πολλές ουσίες δεν μπορούν πλέον να ανιχνευθούν στον οργανισμό μετά την παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.
«Για τέσσερα χρόνια ήμουν μόνη με γνώση ότι είμαι θύμα»
Η μακρά δικαστική διαδικασία αποτελεί, σύμφωνα με τις καταγγέλλουσες, ένα ακόμη σοβαρό βάρος. Η Αναΐς υποστηρίζει ότι μετά την πρώτη της κατάθεση στην αστυνομία το 2019 δεν είχε ουσιαστική ενημέρωση για την πορεία της υπόθεσης μέχρι το 2023, παρά τα επανειλημμένα μηνύματα που έστελνε.
Όπως αναφέρει, για χρόνια παρέμενε μόνη με την πεποίθηση ότι είχε πέσει θύμα μιας οργανωμένης πρακτικής, χωρίς να γνωρίζει πώς μπορούσε να διαχειριστεί όσα είχε βιώσει.
Η Μαρί-Ελέν κάνει λόγο για «δευτερογενή θυματοποίηση», υποστηρίζοντας ότι τα θύματα καλούνται συχνά να αποδεικνύουν επανειλημμένα τις συνέπειες όσων υπέστησαν.
Η Καλλιόπη Μινγκέιρου από την Υπηρεσία του ΟΗΕ για τις Γυναίκες έχει επισημάνει την ανάγκη για περισσότερες και αποτελεσματικότερες ενέργειες από κυβερνήσεις, αστυνομικές και δικαστικές Αρχές για την αντιμετώπιση των σεξουαλικών επιθέσεων που διευκολύνονται μέσω της χορήγησης ουσιών.
Για τις γυναίκες που έχουν μιλήσει δημόσια, η σιωπή και η ντροπή αποτελούν πλέον μέρος του παρελθόντος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Μαρί-Ελέν, η δημόσια συζήτηση είναι απαραίτητη ώστε και άλλα πιθανά θύματα να μπορέσουν να αναγνωρίσουν τι μπορεί να τους έχει συμβεί και να απευθυνθούν στις Αρχές.










