Η πανδημία του κορωνοϊού ανέδειξε μεν τα mRNA εμβόλια, ωστόσο είχε προηγηθεί μεγάλη προσπάθεια για την ανάπτυξή τους έναντι του καρκίνου. Στην προσπάθεια δημιουργίας θεραπευτικών αντικαρκινικών εμβολίων, όπως ο εντοπισμός των κατάλληλων αντιγόνων και η χορήγησή τους σε μορφή εμβολίου, προέκυψαν διάφορα προβλήματα. Η δημιουργία εξατομικευμένων εμβολίων που ναι μεν θα παρουσιάζουν καρκινικά αντιγόνα («νεοαντιγόνα»), αλλά όχι αντιγόνα που μπορεί να βρίσκονται και σε φυσιολογικούς ιστούς, ήταν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια που αντιμετωπίσαμε.
Μετά την αφαίρεση του όγκου, ο ιστός υποβάλλεται σε μια πολύπλοκη διαδικασία, κατά την οποία ελέγχονται παράλληλα και δείγματα αίματος για τον εντοπισμό αντιγόνων που εκφράζονται μεν στον όγκο, αλλά όχι στα φυσιολογικά κύτταρα. Η επιλογή νεοαντιγόνων πρέπει να πραγματοποιείται, χρησιμοποιώντας συμπληρωματικούς αλγόριθμους και σύνθετα λογισμικά, λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες, ένα πεδίο που θα βελτιωθεί περαιτέρω με τη χρήση του artificial inteligence.
Τα υψηλής ποιότητας νεοαντιγόνα πρέπει να σχετίζονται με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: 1) θα πρέπει να εκδηλώνουν ισχυρή αναγνωρισιμότητα από τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, 2) θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα διαφορετικά σε σύγκριση με τα αντιγόνα των φυσιολογικών κυττάρων, 3) θα πρέπει να εκφράζονται από τα περισσότερα καρκινικά κύτταρα, 4) θα πρέπει τα νεοαντιγόνα αυτά να σχετίζονται με την επιβίωση του όγκου. Τα νεοαντιγόνα με αυτά τα χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ισχυρή ανοσολογική απόκριση και να αποτρέψουν την ανάπτυξη διαφυγής του όγκου από το ανοσοποιητικό σύστημα. Επί του παρόντος, καμία μελέτη δεν έχει δείξει τον βέλτιστο αριθμό νεοαντιγόνων που πρέπει να περιέχει ένα αντικαρκινικό εμβόλιο.
Μετά τη συνδυασμένη αυτή προσέγγιση για την εντόπιση των κατάλληλων νεοαντιγόνων, αναπτύχθηκε μια ολόκληρη στρατηγική σχεδιασμού για τις μεθόδους χορήγησης αυτών των εξατομικευμένων θεραπειών. Τα νεοαντιγόνα αυτά θα μπορούσαν να παραδοθούν απευθείας στο σώμα ως DNA, RNA ή πεπτίδια, χρησιμοποιώντας διαφορετικά ανοσοενισχυτικά. Είχαμε χρησιμοποιήσει κατά καιρούς πεπτιδικά εμβόλια αντιγόνων χωρίς επιτυχία, ενώ (μετά την εμπειρία που αποκτήσαμε από αυτές τις πλατφόρμες εμβολίων με τον κορωνοϊό) καταλήξαμε ότι η χορήγηση αυτών των νεοαντιγόνων με την πλατφόρμα του RNA φαίνεται να είναι η καλύτερη προσέγγιση. Με τα μειονεκτήματα αυτής της πλατφόρμας χορήγησης των εξατομικευμένων -πλέον- εμβολίων να είναι ήδη γνωστά από την εποχή της πανδημίας, χρειάζονται επαναληπτικές χορηγήσεις και σωστή συντήρηση του εμβολίου για να διατηρηθεί η αποτελεσματικότητά του. Τα εμβολιαζόμενα νεοαντιγόνα εισέρχονται στον οργανισμό, υποβάλλονται σε επεξεργασία από τα αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος και στη συνέχεια παρουσιάζονται και ενεργοποιούν τα Τ-κυτταροτοξικά λεμφοκύτταρα.
Ένα τέτοιο mRNA εμβόλιο είναι και το V940, που δοκιμάζεται ήδη σε ασθενείς με μελάνωμα και σε ασθενείς με καρκίνο πνεύμονα στη χώρα μας ως θεραπεία προφύλαξης. Αυτό σημαίνει ότι δεν δίνουμε το εμβόλιο για να αποτρέψουμε την εμφάνιση του μελανώματος, αλλά για να ελαττώσουμε την πιθανότητα υποτροπής. Δεν έχουμε ακόμα αναπτύξει εμβόλια που να έχουμε δώσει σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να χειρουργηθούν για το υποκείμενο μελάνωμα και να λάβουν το εμβόλιο προφυλακτικά. Το V940 είναι μία τέτοια εξατομικευμένη νεοαντιγονική θεραπεία που σχεδιάστηκε να στοχεύσει συγκεκριμένα μέχρι και 34 νεοαντιγόνα, από ασθενείς με εξαιρεθέν μελάνωμα υψηλού ρίσκου υποτροπής.
Φέτος, στο Αμερικανικό Συνέδριο Κλινικής Ογκολογίας παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της πενταετίας από την πρώτη κλινική μελέτη φάσης ΙΙ με αυτή την εξατομικευμένη θεραπεία νεοαντιγόνων, το V940. Η συγκεκριμένη μελέτη αφορούσε συνολικά 170 ασθενείς με εξαιρεθέν μελάνωμα, που είχαν όμως υψηλό κίνδυνο υποτροπής, και οι οποίοι ελάμβαναν, είτε μόνο την εγκεκριμένη επικουρική ανοσοθεραπεία είτε μαζί με την εξατομικευμένη θεραπεία νεοαντιγόνων (ένα εμβόλιο δηλαδή φτιαγμένο με βάση το δικό τους μελάνωμα). Η προσθήκη του εξατομικευμένου εμβολίου ανέδειξε ελάττωση της πιθανότητας υποτροπής κατά 50%.
Παραμένουν λοιπόν πολλά ερωτήματα: Πόσους εμβολιασμούς θα πρέπει να κάνουμε; Σε ποιους όγκους είναι περισσότερο αποτελεσματικά; Χρειάζονται συνδυαστικές θεραπείες με ανοσοθεραπεία; Σε περίπτωση που τα εξατομικευμένα εμβόλια εγκριθούν, θα μπει στο μικροσκόπιο και το οικονομικό ζήτημα κόστους-οφέλους, καθώς η διαδικασία παρασκευής που περιγράψαμε -συνειδητοποιούμε όλοι ότι- πρόκειται για μια αρκετά δαπανηρή επιλογή. Η δύσκολη αυτή και δαπανηρή διαδικασία δημιουργεί για πρώτη φορά στον ιατρικό χάρτη μια πλήρως εξατομικευμένη και μοναδική θεραπεία για τον κάθε ασθενή, ένα μοναδικό εμβόλιο…
* Καθηγήτρια Παθολογίας-Ογκολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθύντρια της Α΄ Παθολογικής Κλινικής του νοσοκομείου της Αθήνας «Λαϊκό»
Εφημερίδα Απογευματινή











