Οι ειδικοί εξακολουθούν να αδυνατούν να εξηγήσουν την έκρηξη των περιστατικών καρκίνου του εντέρου μεταξύ κατά τα άλλα υγιών και σωματικά δραστήριων νέων ανθρώπων. Τα κρούσματα της θανατηφόρας νόσου έχουν αυξηθεί κατά 50% στους Βρετανούς κάτω των 50 ετών τα τελευταία 30 χρόνια.
Και υπάρχει μία θεωρία που φαίνεται να είναι η δημοφιλέστερη μεταξύ των γιατρών: ο καρκίνος τροφοδοτείται από τις υπερεπεξεργασμένες τροφές, τις οποίες καταναλώνουμε περισσότερο από ποτέ.
Πέρυσι μια μεγάλη παγκόσμια μελέτη διαπίστωσε ότι όσοι ακολουθούν διατροφή πλούσια σε τέτοιες τροφές όπως έτοιμα γεύματα, πατατάκια, αλλαντικά και δημητριακά με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη- διατρέχουν κατά 45% αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν δυνητικά καρκινικές αλλοιώσεις στο παχύ έντερο ή στο ορθό.
Οι συγγραφείς της έρευνας από το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου υποστήριξαν ότι το πλήθος των προσθέτων σε αυτά τα προϊόντα θα μπορούσε να προκαλεί καρκινογόνες μεταβολές στα ωφέλιμα βακτήρια του εντέρου μας.
Ωστόσο, καθώς ορισμένες από τις αγαπημένες μας τροφές περιλαμβάνουν εξαιρετικά μακροσκελείς καταλόγους μη αναγνωρίσιμων χημικών ουσιών, μπορεί να είναι δύσκολο να γνωρίζουμε ακριβώς τι πρέπει να αποφεύγουμε.
Ορισμένες μελέτες έχουν αναδείξει τους γαλακτωματοποιητές -ενώσεις που πυκνώνουν τις τροφές και περιέχονται στη μαργαρίνη και τη μαγιονέζα ως παράγοντες πρόκλησης βλάβης στο έντερο, ενώ άλλες έχουν εστιάσει στα τεχνητά γλυκαντικά.
Εδώ ειδικοί στη διατροφή επισημαίνουν συγκεκριμένα συστατικά που θα μπορούσαν να εγκυμονούν κινδύνους για το έντερό σας, καθώς και εκείνα για τα οποία δεν αξίζει να ανησυχείτε.
Τα πηκτικά στη μαγιονέζα και στις σάλτσες σαλάτας θα μπορούσαν να αποτελούν κίνδυνο
Οι γαλακτωματοποιητές έχουν εξελιχθεί στον τελευταίο «κακό» της βιομηχανίας τροφίμων.
Χρησιμοποιούνται σε οτιδήποτε, από το ψωμί του τοστ έως τα έτοιμα γεύματα, και είναι ιδιαίτερα σημαντικοί σε προϊόντα όπου συστατικά που φυσιολογικά θα διαχωρίζονταν όπως το λάδι και το νερό στις σάλτσες σαλάτας πρέπει να παραμένουν αναμεμειγμένα.
Χρησιμοποιούνται επίσης ευρέως για τη βελτίωση της υφής, της συνοχής και της διάρκειας ζωής των επεξεργασμένων τροφίμων.
Δύο γαλακτωματοποιητές έχουν βρεθεί ιδιαίτερα στο επίκεντρο μεγάλου μέρους της έρευνας, σύμφωνα με τον Ρομπ Χόμπσον, εγγεγραμμένο διατροφολόγο και συγγραφέα του βιβλίου «Unprocess Your Family Life»: η καρβοξυμεθυλοκυτταρίνη ή CMC (E466) και το πολυσορβικό 80 (E433).
Η πρώτη συναντάται συχνότερα σε επιδόρπια χαμηλών θερμίδων και σάλτσες σαλάτας, ενώ το πολυσορβικό 80 χρησιμοποιείται σε μεγαλύτερη ποικιλία τροφίμων – από ψωμί και κέικ έως αθλητικά ποτά και ακόμη και φυτικά γάλατα.
«Έχει αποδειχθεί ότι αυτά τα συστατικά μεταβάλλουν τη δραστηριότητα και τη σύνθεση των βακτηρίων του εντέρου», λέει ο κ. Χόμπσον, προσθέτοντας ότι υπάρχουν επίσης στοιχεία πως οι χημικές ουσίες μπορούν να βλάψουν την προστατευτική επένδυση του εντέρου.
«Έχει επίσης αποδειχθεί ότι προάγουν τη φλεγμονή η οποία εδώ και καιρό συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου. Θεωρητικά αυτοί οι μηχανισμοί, λειτουργώντας από κοινού, θα μπορούσαν με την πάροδο του χρόνου να δημιουργήσουν συνθήκες ευνοϊκές για παθήσεις του εντέρου συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου».
Άλλοι γαλακτωματοποιητές που έχει διαπιστωθεί ότι έχουν παρόμοιες επιδράσεις περιλαμβάνουν την καραγενάνη (E407), η οποία βρίσκεται σε πλήθος χορτοφαγικών προϊόντων, και τα μονογλυκερίδια και διγλυκερίδια λιπαρών οξέων (E471), που περιέχονται στη μαργαρίνη και στο φιστικοβούτυρο. Ειδικοί έχουν εξηγήσει στο παρελθόν ότι αυτοί οι γαλακτωματοποιητές σχηματίζουν στο έντερο έναν σβόλο που μοιάζει με γέλη.
Σύμφωνα με τον κορυφαίο ειδικό στη διατροφή καθηγητή Τιμ Σπέκτορ, αυ-τό αφήνει τα υγιή μικρόβιά μας «ανίκανα να επικοινωνήσουν… και σε αντίδραση παράγουν μη φυσιολογικές χημικές ουσίες».
Σε ανάρτηση στη σελίδα του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο επιστήμονας πρόσθεσε: «Διαταράσσουν την επένδυση του εντέρου, επειδή στο έ-ντερό μας υπάρχει ένα προσεκτικά διαμορφωμένο στρώμα λίπους και νερού, όμως αυτοί οι γαλακτωματοποιητές αναμειγνύουν τα δύο».
Αυτή η «διατάραξη» του απαραίτητου φραγμού κατά των παθογόνων θεωρείται ότι μας καθιστά ευάλωτους σε βακτηριακές λοιμώξεις, οι οποίες στη συνέχεια μπορούν να τροφοδοτήσουν την ανάπτυξη καρκίνου.
Ο ειδικός στο μικροβίωμα δόκτωρ Άλασντερ Σκοτ δήλωσε στην «Daily Mail»: «Πιστεύουμε ότι αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να συνδέεται με τον καρκίνο του εντέρου. Μελέτες σε ζώα το επιβεβαιώνουν, αλλά όχι ακόμη σε ανθρώπους. Στους ανθρώπους μπορεί να είναι πολύ δυσκολότερο να αποδειχθεί για ποιον ακριβώς λόγο σχηματίστηκε ένας όγκος».
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι απαιτούνται περισσότερα στοιχεία από μελέτες σε ανθρώπους προτού εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα.
«Τα ισχυρότερα στοιχεία προέρχονται από εργαστηριακές μελέτες και μελέτες σε ζώα», λέει ο κ. Χόμπσον.
«Υπάρχουν ορισμένα πρώιμα στοιχεία σε ανθρώπους ότι συγκεκριμένοι γαλακτωματοποιητές ενδέχεται να επηρεάζουν το μικροβίωμα του εντέρου, όμως οι δοκιμές παραμένουν σχετικά μικρές».
Οι ενώσεις στο μπέικον και στα λουκάνικα πρέπει να αποφεύγονται
Η έρευνα έχει δείξει εδώ και καιρό ότι τα νιτρώδη και τα νιτρικά άλατα -συντηρητικά στα επεξεργασμένα κόκκινα κρέατα, που παρατείνουν τη διάρκεια ζωής τους μπορούν να προκαλέσουν θανατηφόρους καρκίνους του εντέρου.
Τα πρόσθετα μπορούν να αντιδράσουν με πρωτεΐνες κατά την επεξεργασία, το μαγείρεμα ή την πέψη και να σχηματίσουν ενώσεις που ονομάζονται «Nνιτροζοενώσεις» (NOCs), οι οποίες μπορούν να βλάψουν το DNA στα κύτταρα που επενδύουν το κόλον και το ορθό.
Τα στοιχεία είναι τόσο ισχυρά ώστε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει ταξινομήσει το επεξεργασμένο κόκκινο κρέας ως καρκινογόνο Ομάδας 1, τοποθετώντας το στην ίδια κατηγορία κινδύνου με τον καπνό και τον αμίαντο.
Σύμφωνα με το Cancer Research UK, το 21% των καρκίνων του εντέρου και το 3% όλων των καρκίνων στο Ηνωμένο Βασίλειο προκαλούνται από την κατανάλωση κόκκινου ή επεξεργασμένου κρέατος.
Μία μεγάλη μελέτη του 2019, η οποία δημοσιεύτηκε στο «International Journal of Epidemiology», διαπίστωσε ότι ο κίνδυνος καρκίνου του εντέρου αυξάνεται κατά 20% για κάθε 25 γραμμάρια επεξεργασμένου κρέατος που καταναλώνει κανείς ημερησίως – ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε μία φέτα μπέικον ή ζαμπόν.
Ο δρ Μπερνάρ Σρουρ, ερευνητής του καρκίνου στο Πανεπιστήμιο Sorbonne Paris Nord, έχει ζητήσει στο παρελθόν «μείωση των νιτρωδών προσθέτων» που χρησιμοποιούνται στα επεξεργασμένα κρέατα από τη βιομηχανία τροφίμων.
«Στο μεταξύ, αρκετές Αρχές δημόσιας Υγείας σε όλο τον κόσμο συνιστούν ήδη στους πολίτες να περιορίσουν την κατανάλωση τροφίμων που περιέχουν αμφιλεγόμενα πρόσθετα, συμπεριλαμβανομένου του νιτρώδους νατρίου», πρόσθεσε.
Χημική ουσία στις τσίχλες έχει απαγορευτεί στην Ευρώπη
Μία άλλη χημική ουσία που έχει βρεθεί στο επίκεντρο είναι το διοξείδιο του τιτανίου (E171), ένας λευκαντικός παράγοντας που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα σε προϊόντα όπως οι τσίχλες, τα γλυκά και ορισμένα αρτοσκευάσματα.
Το 2022 η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγόρευσε τη χρήση του στα τρόφιμα, αφού οι ρυθμιστικές Αρχές κατέληξαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να αποκλείσουν τις ανησυχίες σχετικά με τη γονοτοξικότητα τη δυνατότητα πρόκλησης βλάβης στο DNA, η οποία μπορεί να πυροδοτήσει καρκίνους.
Ωστόσο, η Υπηρεσία Πρότυπων Τροφίμων του Ηνωμένου Βασιλείου εξακολουθεί να επιτρέπει τη χρήση του, ενώ επανεξετάζει τα διαθέσιμα στοιχεία.
Μια ανησυχητική μελέτη προήλθε από Αμερικανούς ειδικούς του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης, οι οποίοι το 2024 διαπίστωσαν ότι όσοι ακολουθούσαν διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα στη χημική ουσία παρουσίαζαν ενδείξεις αυξημένης φλεγμονής στο έντερο καθώς και βλάβες στον φραγμό που προστατεύει από επιβλαβή παθογόνα, τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου.
Αυτό ακολούθησε μια μεγάλη αξιολόγηση ασφάλειας από Ευρωπαίους αξιωματούχους το 2017, η οποία διαπίστωσε πως η ύποπτη καρκινογόνος χημική ουσία μπορεί, ύστερα από «έκθεση μέσω του στόματος», να διαπεράσει το εντερικό τοίχωμα των ζώων και να φτάσει στους πνεύμονες και στο ήπαρ τους.
Ωστόσο, οι ειδικοί έχουν προειδοποιήσει ότι τα συμπεράσματα από μελέτες σε ζώα είναι περιορισμένα.
Τα τρωκτικά διαθέτουν πολύ διαφορετικό πεπτικό σύστημα από τον άν-θρωπο και συχνά λαμβάνουν δόσεις πολύ υψηλότερες από εκείνες που θα κατανάλωναν κανονικά οι άνθρωποι, λέει ο καθηγητής Γκούντερ Κουνλέ, επιστήμονας διατροφής στο Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ και πρώην μέλος της Επιτροπής Τοξικότητας του Ηνωμένου Βασιλείου.

Τα γλυκαντικά στα diet αναψυκτικά είναι επιβλαβή
Τα τεχνητά γλυκαντικά, τα οποία συναντώνται συνήθως στις διαιτητικές εκδοχές διάσημων προϊόντων όπως η Coca-Cola, η Sprite και ακόμη και οι τσίχλες, έχει αποδειχθεί ότι προάγουν τη φλεγμονή στο έντερο, αυξάνο-ντας την πιθανότητα καρκίνου του εντέρου.
Ένα από τα ευρύτερα χρησιμοποιούμενα γλυκαντικά είναι η ασπαρτάμη, μία ουσία 200 φορές γλυκύτερη από τη ζάχαρη.
Μια μελέτη του 2022, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 102.000 ενήλικες, διαπίστωσε πως η αυξημένη κατανάλωση ασπαρτάμης και ενός ακόμη γλυκαντικού, που ονομάζεται «ακεσουλφάμη Κ», αύξανε τον κίνδυ-νο εμφάνισης αρκετών μορφών καρκίνου.
Ωστόσο, όσον αφορά ειδικά τον καρκίνο του εντέρου, οι ερευνητές ανησυχούν περισσότερο για γλυκαντικά όπως η σακχαρίνη και η σουκραλόζη, τα οποία βρίσκονται στην κέτσαπ και σε συμπυκνωμένα ποτά χαμηλών θερ-μίδων, επειδή μπορούν να φτάσουν στο παχύ έντερο.
«Μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες όσον αφορά τον καρκίνο του εντέρου και τα τεχνητά γλυκαντικά είναι οι υψηλές δόσεις σακχαρίνης και σουκρα-λόζης, παρότι η σύνδεση έχει διερευνηθεί μόνο σε μελέτες σε ζώα», λέει η δρ Φεντερίκα Αμάτι, μία από τις κορυφαίες διατροφολόγους του Ηνωμένου Βασιλείου.
«Αυτά τα γλυκαντικά μεταβάλλουν τα βακτήρια εκεί, μειώνοντας το βουτυρικό οξύ -ένα λιπαρό οξύ που τρέφει τα κύτταρα της επένδυσης του εντέ-ρου- και λεπταίνοντας το προστατευτικό στρώμα βλέννας με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει χαμηλού βαθμού φλεγμονή», πρόσθεσε.
Ωστόσο, οι ειδικοί τονίζουν ότι εξακολουθεί να είναι δύσκολο να αποδειχθεί πως τα τεχνητά γλυκαντικά προκαλούν καρκίνο, επειδή όσοι τα καταναλώ-νουν σε μεγάλες ποσότητες συχνά διαφέρουν ως προς την κατάσταση της υγείας τους από όσους δεν τα καταναλώνουν.
«Επειδή οι άνθρωποι συχνά στρέφονται στα γλυκαντικά αφού έχουν ήδη εμφανίσει προβλήματα με το βάρος ή το σάκχαρο του αίματος, είναι δύσκολο να διαχωριστεί η αιτία από το αποτέλεσμα», κατέληξε η δρ Αμάτι.
Της NADA FARHOUD/ ©Associated Newspapers Limited










