Ανοίγουν οι κάλπες σήμερα (3 μ.μ. ώρα Ελλάδος) για τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Εκτός από μία κρίσιμη αναμέτρηση για τον έλεγχο του Κογκρέσου, συνιστούν παράλληλα μια καθοριστική καμπή για την πολιτική κυριαρχία του Ντόναλντ Τραμπ, τη συνοχή των Ρεπουμπλικανών και τη δυνατότητα των Δημοκρατικών να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση σε μια βιώσιμη πολιτική εναλλακτική καθώς φαίνεται ότι έχουν μεγάλο δημοσκοπικό προβάδισμα.
Το αποτέλεσμα θα αποτυπώσει κατά πόσο η εκλογική συμμαχία MAGA που επανέφερε τον Τραμπ στην εξουσία εξακολουθεί να τον στηρίζει ή εάν η οικονομική πίεση, η ακρίβεια, οι διεθνείς περιπέτειες με αιχμή τον πόλεμο στο Ιράν και οι εσωτερικές αντιφάσεις έχουν αρχίσει να διαβρώνουν τη δυναμική της.
Η 3η Νοεμβρίου μπορεί να μην αλλάξει τον ένοικο του Λευκού Οίκου, είναι όμως πιθανό να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο κυβερνά
Για τον Αμερικανό πρόεδρο η απώλεια της πλειοψηφίας, είτε στη Βουλή είτε στη Γερουσία, δεν θα σημαίνει απλώς δυσκολότερη προώθηση της νομοθετικής του ατζέντας. Θα δημιουργήσει ένα περιβάλλον διαρκούς πολιτικής αντιπαράθεσης, με κοινοβουλευτικές έρευνες, πιέσεις για λογοδοσία και περιορισμένες δυνατότητες εξασφάλισης χρηματοδότησης για τις πρωτοβουλίες του Λευκού Οίκου.
Παράλληλα, θα ενισχύσει τις φωνές στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών που αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα της απόλυτης πολιτικής ταύτισης με τον Τραμπ, ανοίγοντας ουσιαστικά τη συζήτηση για τη διαδοχή και τη φυσιογνωμία του κόμματος μετά το 2028.
Οι συνέπειες γίνονται αισθητές σε πολιτείες προπύργια των Ρεπουμπλικανών, όπως η Αϊόβα, το Τέξας, το Μίσιγκαν, το Κάνσας, η Νεμπράσκα, το Οχάιο, το Μέιν και η Αλάσκα.
Αντίστοιχα, μια επικράτηση των Δημοκρατικών δεν θα ισοδυναμεί αυτομάτως με αποκατάσταση της πολιτικής τους αξιοπιστίας. Ο δρόμος είναι μακρύς.
Οι εσωτερικές διαφωνίες, όπως ανέδειξε και η σύγκρουση στο Μίσιγκαν με πρωταγωνιστές τον Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ (της αριστερής πτέρυγας) και τη Χέιλι Στίβενς, η οποία ανακοίνωσε ότι στηρίζει τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς, προκαλώντας αντιδράσεις, αποκαλύπτουν ότι το κόμμα εξακολουθεί να αναζητά κοινή στρατηγική και ηγετική κατεύθυνση.
Η πρόκληση για τους Δημοκρατικούς είναι να διαμορφώσει πειστική πρόταση διακυβέρνησης, ικανή να προσελκύσει ανθρώπους πέρα από τον παραδοσιακό εκλογικό τους πυρήνα.
Το διεθνές αποτύπωμα της αναμέτρησης θα αποδειχθεί εξίσου καθοριστικό. Η εξέλιξη του πολέμου στο Ιράν, οι σχέσεις με Ρωσία – Ουκρανία και η αξιοπιστία των αμερικανικών δεσμεύσεων απέναντι στην Ευρώπη θα βρεθούν στο επίκεντρο νέας πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση για τους δασμούς μπορεί να διατηρήσει την αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο, ενώ οι αποφάσεις για την τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσουν το μέτωπο αντιδράσεων για την ασφάλεια και τα data centers, αλλά και τον παγκόσμιο τεχνολογικό ανταγωνισμό.
Η 3η Νοεμβρίου μπορεί να μην αλλάξει τον ένοικο του Λευκού Οίκου, είναι όμως πιθανό να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο κυβερνά, διαπραγματεύεται και παρεμβαίνει στις διεθνείς εξελίξεις, με το βλέμμα όλων ήδη στραμμένο στην επόμενη προεδρική μάχη του 2028.
Εφημερίδα Απογευματινή





