Κάποτε ένα γυµνό στήθος αρκούσε για να γίνει εξώφυλλο και να θεωρηθεί σκάνδαλο. Ενα σκισµένο µπλουζάκι µπορούσε να θεωρηθεί πολιτική δήλωση, ένα φόρεµα να γίνει πρωτοσέλιδο, επειδή αποκάλυπτε περισσότερο σώµα απ’ όσο είχε συνηθίσει το κοινό. Σήµερα βλέπουµε γυµνό παντού. Στην πασαρέλα, στα εξώφυλλα, στο Instagram και στο TikTok, στις διαφηµίσεις, ακόµη και στις συναυλίες. Το σώµα έχει γίνει τόσο οικείο ως εικόνα ώστε δύσκολα µπορεί από µόνο του να προκαλέσει αναστάτωση. Το ερώτηµα, λοιπόν, είναι τι έχει αποµείνει που µπορεί να µας κάνει να κοιτάξουµε δεύτερη φορά. Σκέφτοµαι την Μπιάνκα Σενσόρι, γνωστή ως σύζυγο του Κάνιε Γουέστ. Τη Μαντόνα µε κορσέ και µπότες πάνω από το γόνατο. Την Κιµ Καρντάσιαν τότε και τώρα, την Κάιλι Τζένερ στο Instagram της σε διαφορετικές πόζες, την Charli XCX µε µαύρο µίνι φόρεµα και δίχτυ, τη Σαµπρίνα Κάρπεντερ µε λευκό πουκάµισο, τιράντες και αστραφτερό εσώρουχο, κορίτσια όλων των ηλικιών που προκαλούν χωρίς να θέλουν να προκαλέσουν απαραίτητα. Σηµασία έχει πάντα το αποτέλεσµα. Και δεν είναι µόνο οι γυναίκες που διεκδικούν την προσοχή µας.
Είδα το πρώτο ανδρικό τεύχος του «New York Magazine» µε γυµνούς άνδρες σε λουτρά, µε ελάχιστα ρούχα, ιδρωµένους και στριµωγµένους σε µια εικόνα που παρέπεµπε σε έντυπα τύπου «Playgirl». Η φωτογράφιση έχει όλα τα συστατικά µιας εικόνας που κάποτε θεωρούνταν τολµηρή. Κι όµως, σήµερα µοιάζει σχεδόν αθώα, θυµίζοντας µια παρέα που χαλαρώνει στο γυµναστήριο της γειτονιάς.
Αλλά και στην επίδειξη της Diesel, µε την υπογραφή του Γκλεν Μάρτενς στο Μιλάνο, γίναµε µάρτυρες σε ένα οργανωµένο πάρτι που είχε σχεδιαστεί για να δηµιουργήσει αµηχανία, επιθυµία και, φυσικά, εικόνες για τα social media. Περίπου 200 performers της (LA)HORDE ανακατεύτηκαν µε το κοινό, φιλήθηκαν, αγκαλιάστηκαν και άγγιξαν ο ένας τον άλλον υπό τους ήχους του «Love to Love You Baby» της Ντόνα Σάµερ. Η σκηνή είχε την ένταση µιας παράστασης µόδας, αλλά η σεξουαλικότητα ήταν προσεκτικά σκηνοθετηµένη, για να µη θεωρείται πορνό. Οπως τότε που ο ίδιος σχεδιαστής για τον Οίκο Maison Margiela αποκάλυπτε σχεδόν διάφανα ρούχα που άφηναν το γυµνό να υπονοείται αντί να προσφέρεται ολόκληρο. Εκεί το ρούχο λειτουργούσε σαν υπονοούµενο. Αφηνε χώρο στη φαντασία.
Στην επίδειξη του Οίκου Balmain, τα φορέµατα κόπηκαν τόσο ψηλά ώστε το σώµα να πλησιάζει στην πλήρη αποκάλυψη. Οταν το στρίφωµα ανεβαίνει όλο και περισσότερο και το ντεκολτέ ανοίγει µέχρι να εξαφανιστεί σχεδόν το ρούχο, η σεξουαλικότητα κινδυνεύει να γίνει άσκηση τεχνικής. Το γυµνό έχει πάψει να είναι αρκετό. Θέλει κάτι ακόµη για να προκαλέσει. Στον Οίκο Dior, ο Τζόναθαν Αντερσον κινήθηκε σχεδόν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μετά τα πειρατικά καπέλα, τα τουίντ και τις τονισµένες γραµµές, η Ανοιξη/Καλοκαίρι 2027 ήταν πιο ήσυχη. ∆ιάφανα καρό, φορέµατα µε κυµατιστά τελειώµατα, λεπτές σιλουέτες και µια γενικότερη αίσθηση κοµψότητας. Σε µια εποχή που κάθε συλλογή µοιάζει να πρέπει να συνοδεύεται από ένα concept, το να φτιάξεις απλώς όµορφα ρούχα είναι σχεδόν µια πράξη αυτοσυγκράτησης. Χωρίς γυµνό για να κάνεις τη διαφορά. Στον Saint Laurent, ο Αντονι Βακαρέλο, στο κύκνειο άσµα του, διάλεξε εντελώς διαφορετικό δρόµο. Σχεδόν ολόκληρη η συλλογή ήταν βυθισµένη στο χρυσό. Μεταλλικά σακάκια και καµπαρντίνες, φορέµατα σαν από µεταλλική κλωστή, µπροκάρ παντελόνια, υπερµεγέθη κοσµήµατα και ψηλά τακούνια.
∆εν εντυπωσιαζόµαστε λιγότερο επειδή η µόδα έγινε λιγότερο τολµηρή. Εχουµε απλώς δει πάρα πολλά. Το γυµνό, το σεξ, το άσχηµο, το πολιτικό, το αντικαπιταλιστικό, το θεατρικό, το παράλογο έχουν όλα περάσει από την πασαρέλα και την οθόνη του κινητού µας. Αυτό που µοιάζει πιο δύσκολο σήµερα είναι ένα ρούχο που δεν φτιάχτηκε αποκλειστικά για να φωτογραφηθεί. Ενας συνδυασµός που δεν υπακούει στις τάσεις. Ενα χρώµα που δεν «ταιριάζει». Μια γυναίκα που φοράει λεοπάρ µε ρίγες επειδή έτσι της αρέσει. Ενας σχεδιαστής που επιτρέπει στον εαυτό του να είναι αστείος, παράξενος ή υπερβολικός, χωρίς να χρειάζεται να γράψει από κάτω τι σηµαίνει. Ενα ρούχο που δεν φτιάχτηκε για µια γυναίκα µε την αγωνία της αποδοχής.
Η µόδα βαρέθηκε να είναι φρόνιµη. Το σεξ επέστρεψε, όχι ως γυµνό σώµα. Επιστρέφει ως υπαινιγµός, ως lingerie που αρνείται να µείνει κάτω από τα ρούχα, ως κορσές, ζαρτιέρα, δαντέλα, διαφάνεια, τσαλακωµένο πουκάµισο, ξεκούµπωτο σακάκι. Είναι η παλιά, αποτελεσµατική γλώσσα της µόδας, που ξέρει ότι το πιο ερωτικό ρούχο δεν είναι πάντα αυτό που αφήνει τα περισσότερα ανοιχτά σε ροζ αναγνώσεις.
Ο Αντόνιο Μαράς πήγε ακόµη πιο µακριά, στο «µετά». Είδαµε νυφικά που µοιάζουν να έχουν επιβιώσει από µια παθιασµένη νύχτα, δαντέλα, κορσέδες και διάφανα σιφόν φορέµατα, µε το «Je t’aime… moi non plus» στο σάουντρακ. Εδώ το σεξ δεν αποτελεί θέαµα, αλλά ιστορία σε εξέλιξη, κάτι που έχει ήδη συµβεί και αφήνει ίχνη. Γιατί έπειτα από χρόνια που µας έντυναν όσο πιο «σωστά» γίνεται, το πραγµατικά προκλητικό δεν είναι ότι φαίνεται το σώµα. Είναι ότι κάποιος µας προτρέπει να θέλουµε να κοιτάξουµε ξανά. Ιδανικά όχι από την κλειδαρότρυπα.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»











