Ασφυκτικές οικονομικές συνθήκες για τουλάχιστον τρία εκατομμύρια πολίτες, και ειδικά νέους σε ηλικία και οικογένειες που δεν έχουν δικό τους σπίτι και μένουν στο ενοίκιο, προκαλεί η εκθετική αύξηση των μισθωμάτων στην Ελλάδα, η οποία το 2025 ξεπέρασε το 10,1%, φέρνοντας τη χώρα μας στη δεύτερη θέση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο (πίσω μόνο από την Κροατία) και τις τιμές 16 χρόνια πίσω, ξεπερνώντας μάλιστα κατά πολύ τα προ μνημονίων επίπεδα (περίπου 30% πάνω από τις τιμές του 2009).
Ειδικά στην Αθήνα το ενοίκιο ενός διαμερίσματος κινείται σήμερα σε τροχιά πλήρως αποκομμένη από τα μέσα πραγματικά εισοδήματα των πολιτών, τα οποία έχουν μεν αυξηθεί περίπου 20% τα τελευταία χρόνια (+58% ο κατώτατος μισθός από το 2017, στα 930 ευρώ μεικτά), αλλά με ρυθμό αισθητά χαμηλότερο από την άνοδο των τιμών στην αγορά ακινήτων, όπου τα ενοίκια στην πρωτεύουσα έχουν εκτοξευτεί κατά 60%-70%, με τη μεγαλύτερη άνοδο να καταγράφεται μόλις από το 2022 έως σήμερα (+21%), ως αποτέλεσμα: της έλλειψης νέων ή παλαιότερων διαθέσιμων ακινήτων, των μαζικών αγορών ακινήτων από ξένους δικαιούχους Golden Visa, της υπέρμετρης ανάπτυξης των βραχυχρόνιων μισθώσεων και του μεγάλου αριθμού κλειστών διαμερισμάτων που δεν βγαίνουν στην αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης, λόγω του υψηλού κόστους ανακαινίσεων ή και του φόβου των ιδιοκτητών ότι θα «μπουν μέσα», όπως συνέβη την περίοδο της κρίσης.
Δυσαναλογία
Ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), που συνθέτει επίσημα στοιχεία της Eurostat και της Τράπεζας της Ελλάδος, καταγράφει μια εικόνα έντονης δυσαναλογίας, καθώς εμφανίζει τους Έλληνες να πληρώνουν στην Αθήνα ενοίκια ευρωπαϊκών πρωτευουσών αλλά με μισθούς οικονομικής κρίσης.
Για την ενοικίαση ακόμη και ενός μικρού δυαριού (ένα υπνοδωμάτιο και ένα σαλόνι), σε μια τυπική γειτονιά της πρωτεύουσας, απαιτείται σχεδόν ένας μηνιαίος μισθός, μία συνθήκη που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζε αδιανόητη. Οι νέοι εργαζόμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό των 930 ευρώ μεικτά δεν έχουν καν δικαίωμα στο όνειρο να φύγουν από το πατρικό τους αν ζουν στην Αθήνα ή να μετακομίσουν στην πρωτεύουσα, αν δεν έχουν οικονομική στήριξη από την οικογένειά τους.
Για ένα μεγαλύτερο σπίτι με δύο ή τρία υπνοδωμάτια, το κόστος ενοικίου είναι πλέον εξωπραγματικό για τα δεδομένα των μισθωτών στην Ελλάδα, καθώς υπερβαίνει τις μέσες μηνιαίες αποδοχές, χωρίς μάλιστα σε αυτό να υπολογίζονται τα έξοδα των λογαριασμών, τα κοινόχρηστα και όσες άλλες δαπάνες αθροίζουν το συνολικό κόστος στέγασης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η έκθεση του ΚΕΦΙΜ, με βάση την οποία το μέσο μηνιαίο εισόδημα στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε 1.496 ευρώ τον μήνα έναντι 3.317 ευρώ/μήνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προκύπτει ότι στην Αθήνα το μέσο μηνιαίο ενοίκιο για:
– Δυάρι, δηλαδή για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο και σαλόνι, ανερχόταν σε 1.050 ευρώ το 2024, ποσό που αντιστοιχεί στο 70,2% του εισοδήματος. Αντίστοιχα, ο μέσος όρος που πληρώνει κάποιος στην ΕΕ για το ίδιο διαμέρισμα απορροφά το 33,8% του μέσου εισοδήματος.
– Τριάρι, δηλαδή διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια και σαλόνι, ανερχόταν σε 1.400 ευρώ, απαιτώντας το 93,6% του μηνιαίου εισοδήματος. Συγκριτικά, στην ΕΕ το αντίστοιχο κόστος για μια παρόμοια κατοικία διαμορφώνεται στο 45,6%.
– Τεσσάρι, δηλαδή διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων, απαιτεί 2.100 ευρώ για έναν ενοικιαστή στην Ελλάδα, που αντιστοιχεί στο 140% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος, και 2.056 ευρώ ή το 62% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος ενός άλλου Ευρωπαίου που μισθώνει ακίνητο με βάση τον μέσο όρο μηνιαίων απολαβών της ΕΕ.
– Μεζονέτα με ενοίκιο 2.300 ευρώ για την Ελλάδα αντιστοιχεί στο 153,7% του μέσου εισοδήματος στη χώρα μας και σε 2.342 ευρώ ή 70,6% για άλλον Ευρωπαίο πολίτη με βάση τα μέσα εισοδήματα στην ΕΕ.
– Αυτόνομη μονοκατοικία με 3.050 ευρώ για ενοίκιο ή 203% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος στην Ελλάδα, όταν ο μέσος Ευρωπαίος πληρώνει σχεδόν τα ίδια λεφτά για ενοίκιο (3.115 ευρώ τον μήνα), ποσό που αντιστοιχεί στο 93,9% του μέσου εισοδήματος στην ΕΕ.
Διπλάσιο κόστος
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι οι τιμές για τον μέσο Έλληνα μισθωτό που θέλει να νοικιάσει διαμέρισμα στην Αθήνα είναι μεν άμεσα συγκρίσιμες με τον μέσο όρο των πρωτευουσών της ΕΕ για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου (1.120 ευρώ στην ΕΕ) και δύο υπνοδωματίων (1.514 ευρώ στην ΕΕ), ωστόσο στην πραγματικότητα -με βάση το μέσο μηνιαίο εισόδημα των 1.496 ευρώ τον μήνα στη χώρα μας έναντι των 3.317 ευρώ που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ– το κόστος που καλείται να επωμιστεί όποιος ψάχνει να νοικιάσει στην Αθήνα είναι σχεδόν διπλάσιο.
Με βάση τις τιμές που επικρατούν στην αγορά ακινήτων, ένα μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα στην Αθήνα (κέντρο) κινείται περίπου στα 14-16 ευρώ/τετραγωνικό μέτρο (ανάλογα με την περιοχή, την παλαιότητα και το εμβαδόν), με ενδεικτικές τιμές για ένα διαμέρισμα 70-80 τ.μ. να ξεπερνούν σημαντικά τα 1.000 ευρώ. Το 2015, στην κορύφωση της οικονομικής και στεγαστικής κρίσης, ένας ενοικιαστής στην Ελλάδα πλήρωνε το 41,6% του εισοδήματός του για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο στην Αθήνα. Ακόμα και τότε, όμως, η αναλογία σε σχέση με την ΕΕ ήταν πολύ υψηλή, καθώς συγκριτικά οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι δαπανούσαν το 23,7% του εισοδήματός τους για ενοίκιο μιας κατοικίας με παρόμοια χαρακτηριστικά.
Εφημερίδα Απογευματινή









