ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΜΑΝ∆ΡΑΒΕΛΗ
Η Ελλάδα είναι πλέον από τις πιο ακριβές χώρες στην αγορά τροφίµων µε τη βούλα της Eurostat. Σύµφωνα µε τα στοιχεία που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, στα τρόφιµα η Ελλάδα είναι ακριβότερη κατά 5,1% από τον µέσο όρο της Ε.Ε. Ο δείκτης επιπέδου τιµών τροφίµων, που παρουσιάστηκε από τη Eurostat, εµφανίζει την Ελλάδα στο 105,1, µε τον µέσο όρο των τιµών στις χώρες της Ευρώπης των 27 να έχει κανονικοποιηθεί στο 100.
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι οι Ελληνες πληρώνουν περισσότερα για τρόφιµα, ακόµη και από αναπτυγµένες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπως είναι η Ολλανδία και η Γερµανία. Στην τελευταία τα τρόφιµα κοστίζουν περίπου 2% φθηνότερα απ’ ό,τι στην Ελλάδα και στην Ολλανδία είναι ακόµη πιο φθηνά, κατά µέσο όρο πάνω από 7%. Πρέπει να σηµειωθεί ωστόσο ότι και οι δύο προαναφερόµενες χώρες είναι µεγάλοι παραγωγοί τροφίµων, τόσο σε µη επεξεργασµένα (αγροτικά και ζωικά) προϊόντα όσο και σε επεξεργασµένα τρόφιµα. Η Ολλανδία είναι ένας από τους µεγαλύτερους παραγωγούς αγροτικών και ζωικών προϊόντων.
Επίσης υψηλότερες τιµές ισχύουν για τα τρόφιµα στη χώρα µας από τις «οµοειδείς» χώρες, όπως είναι η Πορτογαλία και η Ισπανία. Το επίπεδο τιµών ωστόσο είναι παρόµοιο µε εκείνο της Ιταλίας (επίσης πολύ µεγάλος παραγωγός τροφίµων) και της Κύπρου, η οποία ωστόσο εισάγει σχεδόν το σύνολο των τροφίµων που καταναλώνει.
Οι χώρες που πληρώνουν τα περισσότερα σε τρόφιµα είναι σαφώς οι πιο πλούσιες, όπως είναι το Λουξεµβούργο, η ∆ανία και η Ιρλανδία. Στο Λουξεµβούργο οι τιµές είναι τουλάχιστον 25% υψηλότερες από τον µέσο όρο της Ευρώπης και περίπου 22% πιο ακριβές από τη Γερµανία. Από την άλλη πλευρά, οι χώρες που πληρώνουν τα λιγότερα σε τρόφιµα είναι αυτές που εισήλθαν τελευταίες στην Ε.Ε., όπως η Ρουµανία, η Σλοβακία, η Πολωνία και η Βουλγαρία.
Ο δείκτης επιπέδου τιµών παρουσιάζει το επίπεδο τιµών µιας δεδοµένης χώρας σε σχέση µε µια άλλη (ή σε σχέση µε µια οµάδα χωρών όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση), διαιρώντας τις Μονάδες Αγοραστικής ∆ύναµης (ΜΑ∆) µε την τρέχουσα ονοµαστική συναλλαγµατική ισοτιµία του νοµίσµατος.
Η Ελλάδα από την άλλη, αν και παραµένει σχετικά ακριβή στα τρόφιµα, πλέον θεωρείται από πιο «φτωχές» στην Ευρώπη. Το κατά κεφαλήν διαθέσιµο εισόδηµα σε ΜΑ∆ κατατάσσει τη χώρα µας στην 25η θέση της Ε.Ε. µε 20.639 ευρώ για το 2024. Ο µέσος όρος στη Ε.Ε. την ίδια χρονιά ήταν 29.639 ευρώ και στην Ευρωζώνη 31.135 ευρώ.
Χώρες που στο παρελθόν έβλεπαν την Ελλάδα και τον τρόπο ζωής της από πολύ µακριά, σήµερα έχουν ξεπεράσει το επίπεδο ευηµερίας της χώρας µας. Μεταξύ αυτών η Εσθονία, η Πολωνία, η Ρουµανία, δηλαδή χώρες του πρώην ανατολικού µπλοκ, οι οποίες πλέον εµφανίζουν υψηλότερο επίπεδο ευηµερίας από τη χώρα µας.
Μόνο δύο χώρες βρίσκονται ακόµη πίσω από την Ελλάδα σε επίπεδο ευηµερίας πολιτών: η Λετονία και η Βουλγαρία. Στη Λετονία το προσαρµοσµένο ακαθάριστο διαθέσιµο εισόδηµα το 2024 ήταν οριακά κάτω από τα 20.000 ευρώ και στη Βουλγαρία, για την τελευταία χρονιά που υπάρχουν στοιχεία (2022), το αντίστοιχο εισόδηµα ήταν οριακά πάνω από τα 15.000 ευρώ.
Σηµειώνεται ότι το κατά κεφαλήν ακαθάριστο διαθέσιµο εισόδηµα σε ΜΑ∆ είναι ο βασικός δείκτης που εκφράζει την ευηµερία ενός πολίτη. Είναι τα χρήµατα που αποµένουν στην τσέπη του ύστερα από φόρους και άλλες κρατικές παροχές και είναι διαθέσιµα για δαπάνες αγαθών και υπηρεσιών.
Οι τιµές των τροφίµων ανατιµήθηκαν σηµαντικά στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια 4-5 χρόνια. Σύµφωνα µε την ΕΛ.ΣΤΑΤ., o πληθωρισµός τα τελευταία πέντε χρόνια στη χώρα µας ανήλθε σωρευτικά κατά 25%, έχοντας βασικό µοχλό τα τρόφιµα που στην ίδια περίοδο ανατιµήθηκαν κατά περίπου 39%. Ακολούθησαν οι υπηρεσίες και τα αγαθά της στέγασης µε σωρευτικό πληθωρισµό 33% τα τελευταία πέντε χρόνια και οι υπηρεσίες φιλοξενίας και εστίασης µε σωρευτική αύξηση 31%.
Η µικρότερη συµβολή στην πληθωριστική κρίση που βίωσε η χώρα την περίοδο 2021-2025 προήλθε από τον τοµέα των υπηρεσιών ενηµέρωσης και επικοινωνίας. Ηταν η µόνη κατηγορία αγαθών και υπηρεσιών της ΕΛ.ΣΤΑΤ., που επέδρασε αρνητικά (περίπου -6%) στον γενικό πληθωρισµό της χώρας. Σε όλες τις άλλες 9 κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, που διαµορφώνουν τον πληθωρισµό, είχαµε αυξήσεις από 8% έως 39%.
Τώρα τα τρόφιµα, µαζί µε την ενέργεια, είναι τα αγαθά που ανεβάζουν πολύ το κόστος ζωής των Ελλήνων. Ο ετήσιος πληθωρισµός στα τρόφιµα για τον µήνα Μάρτιο ανήλθε σε 4,5%, θυµίζοντας περασµένα χρόνια. Και όλα δείχνουν ότι η πληθωριστική πίεση στα τρόφιµα είναι ένα φαινόµενο που ακόµη δεν έχουν φτάσει στα ράφια των σουπερµάρκετ.
Οι αυξήσεις που βλέπουν σήµερα οι καταναλωτές, κυρίως σε µη επεξεργασµένα τρόφιµα (π.χ. λαχανικά και κρέας), είναι αποτέλεσµα της µείωσης της παραγωγής, της λειψυδρίας και άλλων τέτοιων παραγόντων. Ο παράγοντας της ιρανικής κρίσης ακόµη δεν έχει εισέλθει στην εξίσωση, τουλάχιστον σε επίπεδο 100%.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»











