ΔΕΗ: Οι «κραυγές» για τον λιγνίτη και το κόστος για την τσέπη μας

Όλη η αλήθεια για την απολιγνιτοποίηση και το αναπτυξιακό μέλλον της Δυτικής Μακεδονίας
08:19 - 25 Ιουνίου 2026

Αντιδράσεις από ομάδες συμφερόντων αλλά και πολιτικά κόμματα, που εξακολουθούν να παραπληροφορούν τους πολίτες και να επιχειρηματολογούν χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία υπέρ της χρήσης του ρυπογόνου και πανάκριβου λιγνίτη στην εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή, προκαλεί η απόφαση της ΔΕΗ να επισπεύσει την απολιγνιτοποίηση ως οικονομικά ασύμφορη και περιβαλλοντικά επικίνδυνη, κλείνοντας τις πεπαλαιωμένες λιγνιτικές μονάδες και τα ορυχεία και δίνοντας βάρος σε επενδύσεις μεγάλης κλίμακας στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Είναι μία απόφαση που αν δεν είχε ληφθεί και τεθεί σε εφαρμογή εδώ και καιρό, στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης της ΔΕΗ, σήμερα οι Έλληνες πολίτες θα επιβαρύνονταν με πολύ ακριβότερες τιμές ρεύματος, λόγω του υψηλού κόστους για την αγορά δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα από τη ΔΕΗ προκειμένου να καίει λιγνίτη.

«Εγκατάλειψη»

Αυτήν τη φορά την αφορμή για να επανέλθει στο προσκήνιο η ιδεοληπτική συζήτηση για τον δήθεν κρίσιμο ρόλο του λιγνίτη στην παραγωγή ενέργειας αλλά και κάποιοι να μιλήσουν για «εγκατάλειψη» της Δυτικής Μακεδονίας, σε μια περίοδο μάλιστα που δρομολογούνται επενδύσεις 5,75 δισεκατομμυρίων ευρώ για τη μετεξέλιξη της περιοχής σε πράσινο ενεργειακό και τεχνολογικό κόμβο, αποτέλεσαν οι εργασίες που πραγματοποιεί η ΔΕΗ για την αποκατάσταση εδαφών και την απόσυρση παροπλισμένων εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής.

Άνω των 50 ετών οι παροπλισμένοι εκσκαφείς στα λιγνιτωρυχεία της Μαυροπηγής Κοζάνης, που κατεδαφίστηκαν με ελεγχόμενη χρήση εκρηκτικών

Η εταιρεία προχώρησε σε αποξήλωση και απομάκρυνση παλαιού εξοπλισμού και συγκεκριμένα ανατίναξε με ελεγχόμενο τρόπο τους τρεις παλαιούς εκσκαφείς που υπήρχαν στα κλειστά ορυχεία της Πτολεμαΐδας προκειμένου να καθαρίσει και να καταστήσει ασφαλή τον χώρο, ώστε να τον αποδώσει στην Ελληνική Εταιρεία Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΜΑΕ), δηλαδή τη δημόσια επιχείρηση η οποία διαχειρίζεται τα ακίνητα των υπό απολιγνιτοποίηση περιοχών. Στην προκειμένη περίπτωση οι εν λόγω εκτάσεις στη Μαυροπηγή θα αποδοθούν στο ελληνικό Δημόσιο για αξιοποίηση.

Σύμφωνα με τη ΔΕΗ, οι συγκεκριμένοι εκσκαφείς (για τους οποίους ακούστηκαν και γράφτηκαν τα… μύρια όσα τις τελευταίες ημέρες) έπειτα από δεκαετίες λειτουργίας σε αντίξοες συνθήκες εξόρυξης είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους και παρουσίαζαν εκτεταμένη δομική κόπωση και διάβρωση των μεταλλικών στοιχείων τους, καθιστώντας τους δομικά ασταθείς. Η απόσυρση των παροπλισμένων εκσκαφέων δεν επηρεάζει σε καμία περίπτωση τη σημερινή επιχειρησιακή ικανότητα της ΔΕΗ στην εξόρυξη λιγνίτη, καθώς πρόκειται για μηχανήματα που βρίσκονται εκτός λειτουργίας εδώ και χρόνια και δεν έχουν πλέον παραγωγικό ρόλο. Ο εξοπλισμός αυτός, ηλικίας άνω των 50 ετών, βρίσκεται σε ιδιαίτερα επιβαρυμένη τεχνική κατάσταση, γεγονός που καθιστά πρακτικά αδύνατη την αξιοποίησή του ή την πώλησή του σε άλλες εταιρείες και ορυχεία, τα οποία στρέφονται κυρίως σε νεότερα μηχανήματα.

92-160 €/MWh το κόστος των ρύπων μόνο για την κάλυψη των δικαιωμάτων CO2 σε λιγνιτικές μονάδες

Η επιλογή δε της ελεγχόμενης κατεδάφισης με χρήση εκρηκτικών αποτελεί τη διεθνώς αποδεκτή πρακτική για την ασφαλή απόσυρση βαρέος βιομηχανικού εξοπλισμού. Η εναλλακτική της αποσυναρμολόγησης θα απαιτούσε εργασίες σε μεγάλο ύψος πάνω σε φθαρμένες μεταλλικές κατασκευές, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο ατυχημάτων για το προσωπικό. Μετά την κατεδάφιση τα μέταλλα αποξηλώνονται με ασφάλεια και οδηγούνται προς ανακύκλωση. Στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας, εκατοντάδες τόνοι μεταλλικών υλικών θα επανενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία ως δευτερογενείς πρώτες ύλες, περιορίζοντας το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Ασυμφορος

Είναι αλήθεια ότι ο λιγνίτης αποτέλεσε για πολλά χρόνια τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού συστήματος ηλεκτροπαραγωγής, προσφέροντας ενεργειακή αυτάρκεια σε χαμηλές τιμές, όσο δεν επιβαρύνονταν από τεράστια κόστη ρύπων, και στηρίζοντας τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας. Ωστόσο, στη σημερινή εποχή η επίκλησή του ως «εθνικού καυσίμου» αγνοεί τη σκληρή οικονομική και περιβαλλοντική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη ΔΕΗ, η παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη έχει καταστεί πλέον εξαιρετικά ασύμφορη, κυρίως λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

5,75 δισ. ευρώ επενδύσεις για τη μετεξέλιξη της Δυτικής Μακεδονίας σε πράσινο ενεργειακό και τεχνολογικό κόμβο

Λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών του ελληνικού λιγνίτη, σε συνδυασμό με τον χαμηλό βαθμό φόρτισης των λιγνιτικών μονάδων, προκύπτει ειδική εκπομπή της τάξεως του 1,15 έως και 1,6 τόνου CO2/ανά ηλεκτρική μεγαβατώρα. Με τη χρηματιστηριακή τιμή του διοξειδίου του άνθρακα CO2 να κινείται σταθερά στην περιοχή των 80 ευρώ ανά τόνο -και με σαφή τάση ανόδου προς τα 90 με 100 ευρώ-, το κόστος των ρύπων μόνο για την κάλυψη των δικαιωμάτων CO2 διαμορφώνεται από 92 ευρώ ανά MWh (περίπτωση Πτολεμαΐδας V) και μπορεί να φτάσει έως τα 160 € ανά MWh για τις παλαιότερες μονάδες, όταν η μέση τιμή της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κινείται τους τελευταίους μήνες στα επίπεδα των 90 ευρώ.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι το ειδικό κόστος λιγνίτη αυξάνεται δραματικά με τη μείωση της συμμετοχής λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα λόγω των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με τα λοιπά λειτουργικά έξοδα και συνυπολογίζοντας το κόστος εμπορίας δικαιωμάτων CO2, το συνολικό κόστος παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη αυξάνεται σε τέτοιο επίπεδο που καθίσταται μη ανταγωνιστικό. Αυτή η μεγάλη οικονομική επιβάρυνση θα μεταφερόταν αναπόφευκτα στους καταναλωτές.

Σταθεροτητα

Παράλληλα, η προσέγγιση ότι οι λιγνιτικές μονάδες είναι απαραίτητες για τη σταθερότητα του συστήματος έχει ξεπεραστεί από την ίδια την τεχνολογική εξέλιξη. Οι παλαιές θερμικές μονάδες, ως «μονάδες βάσης» (δηλαδή μονάδες που είναι σε θέση να παράγουν όλο το εικοσιτετράωρο και να υποστηρίζουν το σύστημα), χαρακτηρίζονται από εξαιρετική τεχνική δυσκαμψία, καθώς απαιτούν πολλές ώρες για να τεθούν σε λειτουργία ή να σβήσουν.

Σύμφωνα με τη ΔΕΗ, σε ένα σύγχρονο ενεργειακό μείγμα, που κυριαρχείται από την καθαρή και φθηνή παραγωγή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, το σύστημα χρειάζεται ευέλικτες μονάδες που μπορούν να ανταποκρίνονται ακαριαία στις αυξομειώσεις της ζήτησης και της παραγωγής. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε, η ΔΕΗ υλοποιεί ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα πράσινης μετάβασης, αναπτύσσοντας ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο που εστιάζει στην ευέλικτη παραγωγή και την αποθήκευση ενέργειας. Παράλληλα, οι επενδύσεις σε μονάδες φυσικού αερίου εγγυώνται τη σταθερή και άμεση παροχή ισχύος σε περιόδους αιχμής, ενισχύοντας την ασφάλεια του συστήματος με σημαντικά μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.