Ρεπορτάζ: Δημήτρης Κατσαγάνης
Ξεκαθαρίζει το τοπίο για τις συντάξεις χηρείας μετά την κατάθεση της τροπολογίας από πλευράς της υπουργού Εργασίας, Νίκης Κεραμέως, η οποία πέρασε με διακομματική στήριξη από την Ολομέλεια, λαμβάνοντας τις θετικές ψήφους ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνικής Λύσης και ΝΙΚΗΣ. Συγκεκριμένα, με την τροπολογία έπονται οι ακόλουθες ρυθμίσεις:
1. Καταργείται η προβλεπόμενη από τον νόμο 4387/2016 (σ.σ. νόμο Κατρούγκαλου) περικοπή των συντάξεων χηρείας μετά την παρέλευση της τριετίας. Θεσπίζεται η μόνιμη καταβολή της κύριας σύνταξης λόγω θανάτου με βάση τα αρχικά ποσοστά δικαιώματος. Όσοι είχαν ήδη υποστεί τη μείωση της σύνταξής τους από το 70% των αποδοχών του θανόντος στο 35%, με την ψήφιση της διάταξης θα δουν άμεσα τη σύνταξή τους να επανέρχεται στο 70%, δηλαδή να διπλασιάζεται.
2. Δεν αναζητούνται αναδρομικά τα ποσά, που προβλεπόταν να περικοπούν για περισσότερους από 75.000 συνταξιούχους χηρείας, στους οποίους δεν είχαν εφαρμοστεί μέχρι σήμερα οι παραπάνω περικοπές, όπως όριζε ο νόμος Κατρούγκαλου.
3. Διασφαλίζεται ότι, όταν ένας συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη από δικό του δικαίωμα και ταυτόχρονα σύνταξη λόγω θανάτου, προέρχονται δηλαδή από διαφορετικά ασφαλιστικά δικαιώματα, θα συνεχίσει να λαμβάνει και τις δύο εθνικές συντάξεις που αντιστοιχούν στα δικαιώματά του και δεν θα περικοπεί η μία από τις δύο, όπως προέβλεπε ο νόμος Κατρούγκαλου. Περίπου 122.000 συνταξιούχοι προστατεύονται από την περικοπή της δεύτερης εθνικής και επιπλέον δεν θα αναζητηθεί κανένα ποσό αναδρομικά ούτε από αυτήν την αιτία.
4. Διασφαλίζεται ότι τα παιδιά που έχουν χάσει και τους δύο γονείς τους και δικαιούνται συντάξεις λόγω θανάτου και από τους δύο, θα λαμβάνουν στο μέλλον το προβλεπόμενο ποσοστό από την εθνική σύνταξη του κάθε γονέα ξεχωριστά, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, και πλέον θα λαμβάνουν μία εθνική σύνταξη, αντί για το ήμισυ. Αυτό σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα παιδιά θα δουν να διπλασιάζεται το ποσό της εθνικής σύνταξης που λαμβάνουν.
Τι διατηρείται
Ωστόσο, κάποιες από τις ρυθμίσεις που προέβλεπε ο νόμος Κατρούγκαλου συνεχίζουν να ισχύουν. Έτσι, οι κύριες συντάξεις λόγω θανάτου εξακολουθούν να καταβάλλονται με τα ποσοστά που προβλέπει ο εν λόγω νόμος, και συγκεκριμένα το ποσό της σύνταξης των δικαιούχων υπολογίζεται επί του ποσού της σύνταξης που δικαιούται ο θανών σύζυγος και επιμερίζεται ως εξής:
– Για τον επιζώντα σύζυγο ποσοστό 50% της σύνταξης. Εάν ο γάμος έλαβε χώρα μετά την απονομή της σύνταξης γήρατος του θανόντος, αυτή περιορίζεται ως ακολούθως: Αν η διαφορά ηλικίας μεταξύ του αποβιώσαντος και του συζύγου του, αφαιρουμένου του διαστήματος του γάμου τους, είναι μεγαλύτερη από δέκα έτη, η σύνταξη του επιζώντος συζύγου υφίσταται, για κάθε πλήρες έτος διαφοράς, μείωση που καθορίζεται σε: 1% για 10-20 έτη / 2% για 21-25 έτη / 3% για 26-30 έτη / 4% για 31-35 έτη / 5% για 36 έτη και άνω.
– Για τον διαζευγμένο, εφόσον ο γάμος είχε διαρκέσει δέκα έτη έως τη λύση του με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος επιζών σύζυγος επιμερίζεται κατά 75% για χήρο και 25% για διαζευγμένο. Για κάθε έτος εγγάμου βίου πέραν του 10ου και μέχρι το 35ο έτος διάρκειας του γάμου, το ποσοστό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος μειώνεται κατά 1% στον χήρο και αυξάνεται αντίστοιχα κατά 1% στον διαζευγμένο. Προκειμένου περί έγγαμου βίου που διήρκεσε πλέον των 35 ετών έως τη λύση του, το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος επιμερίζεται κατά 50% στον χήρο και 50% στον διαζευγμένο.
Εάν ο θανών δεν καταλείπει χήρο, ο διαζευγμένος δικαιούται το ίδιο ποσοστό του διαζευγμένου από τη σύνταξη που θα εδικαιούτο ο χήρος. Σε περίπτωση περισσοτέρων του ενός δικαιούχων διαζευγμένων, το αναλογούν για τον διαζευγμένο ποσό σύνταξης -κύριας και επικουρικής- επιμερίζεται εξίσου μεταξύ αυτών.
– Για κάθε παιδί ποσοστό 25% της σύνταξης. Αν πρόκειται για παιδί ορφανό και από τους δύο γονείς, το παραπάνω ποσοστό διπλασιάζεται, εκτός αν το ορφανό παιδί δικαιούται σύνταξη και από τους δύο γονείς, οπότε το ποσοστό της δικαιούμενης σύνταξης δεν διπλασιάζεται. Το συνολικό ποσό της κατά μεταβίβαση σύνταξης του επιζώντος συζύγου και των τέκνων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος. Σε περίπτωση που το άθροισμα των ποσοστών των δικαιούχων υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος, περιορίζεται ισόποσα το ποσοστό των τέκνων.
Εάν ο θανών καταλείπει τέκνα και η σύνταξη καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο μειωμένη, το ποσό της σύνταξης που περικόπτεται, επιμερίζεται στα τέκνα. Σε περίπτωση που εκλείψουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση ποσοστού σύνταξης λόγω θανάτου στα τέκνα, το ποσό της σύνταξης που περικόπτεται, δεν καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο.
Αναδημοσίευση από το powergame.gr
Εφημερίδα Απογευματινή










