Τα χρήματα του κρατικού προϋπολογισμού προέρχονται από τους φόρους, την εργασία και την παραγωγή των πολιτών. Όταν συγκεντρώνονται περισσότεροι πόροι από όσους είχαν υπολογιστεί, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί καθαρά γιατί συνέβη αυτό και πού θα κατευθυνθούν.
Για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά καταγράφεται σημαντική υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων. Η υπεραπόδοση φτάνει περίπου τα 4 δισ. ευρώ. Όταν μία πρόβλεψη διαψεύδεται προς την ίδια κατεύθυνση μία φορά μπορεί να πρόκειται για λάθος, όταν το ίδιο συμβαίνει επανειλημμένα παύει να είναι τεχνική αστοχία. Μετατρέπεται σε σταθερή πολιτική πρακτική.
Αφού λοιπόν υπάρχουν οι πόροι, γιατί δεν χρησιμοποιούνται τώρα, όταν η κοινωνία τούς χρειάζεται;
Τα νοικοκυριά πληρώνουν σήμερα ακριβότερα το ρεύμα, τα καύσιμα, το ενοίκιο και τα βασικά αγαθά. Ο επαγγελματίας βλέπει τώρα το λειτουργικό κόστος να αυξάνεται. Ο αγρότης, ο αλιέας και ο μεταφορέας χρειάζονται σήμερα καύσιμα για να συνεχίσουν να εργάζονται. Ο συνταξιούχος περιορίζει σήμερα τη θέρμανση και τη συμμετοχή του σε απαραίτητες δαπάνες υγείας. Η ακρίβεια είναι σήμερα, η ανάγκη είναι σήμερα και η κυβέρνηση σταθερά μεταθέτει τις όποιος παρεμβάσεις για το μέλλον.
Ένα μεγάλο μέρος της δημοσιονομικής υπέρβασης προκύπτει από τη λειτουργία της έμμεσης φορολογίας σε συνθήκες ακρίβειας. Όταν οι τιμές αυξάνονται και οι συντελεστές του ΦΠΑ παραμένουν υψηλοί, το κράτος εισπράττει περισσότερα για τα ίδια αναγκαία προϊόντα. Το νοικοκυριό πληρώνει υψηλότερο ΦΠΑ, όχι επειδή κατανάλωσε περισσότερο ή επειδή έγινε πλουσιότερο, αλλά επειδή ακρίβυναν τα τρόφιμα, η ενέργεια και οι υπηρεσίες.
Πρόκειται ουσιαστικά για μία σιωπηλή μεταφορά εισοδήματος από την κοινωνία προς τα δημόσια ταμεία. Μάλιστα πρόκειται για μία μεταφορά βαθιά άνιση, επειδή οι έμμεσοι φόροι επιβαρύνουν περισσότερο τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Ο εύπορος και ο χαμηλόμισθος πληρώνουν τον ίδιο συντελεστή ΦΠΑ στο βασικό προϊόν, αλλά η επιβάρυνση καταλαμβάνει εντελώς διαφορετικό ποσοστό του εισοδήματός τους.
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπει περίπου 2,15 δισ. ευρώ περισσότερα φορολογικά έσοδα. Ο φόρος εισοδήματος αυξάνεται κατά περίπου 2 δισ., από τα οποία 620.000.000 προέρχονται από φυσικά πρόσωπα και 1,3 δισ. από επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση εισπράττει περισσότερο λόγω της ακρίβειας και στη συνέχεια επιστρέφει ένα μικρό μέρος των χρημάτων ως έκτακτη «παροχή», παρουσιάζοντάς τη σαν πράξη γενναιοδωρίας. Ασφαλώς υπάρχει η ανάγκη δημοσιονομικής υπευθυνότητας.
Δημοσιονομική υπευθυνότητα όμως δεν σημαίνει συσσώρευση πόρων χωρίς σαφή εθνικό και κοινωνικό στόχο.
Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποιον στόχο υπηρετεί η συστηματική δημιουργία υπερπλεονασμάτων πέρα από τις συμφωνημένες δεσμεύσεις. Οι πρόσθετοι πόροι πρέπει να επιστρέφουν εγκαίρως στην κοινωνία, όχι με αποσπασματικά «pass» και εφάπαξ επιδόματα αλλά με μόνιμες και μετρήσιμες παρεμβάσεις.
Με μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής και υγιεινής, συνοδευόμενη από αυστηρούς ελέγχους ώστε η μείωση να φτάνει στην τιμή. Με στήριξη της θέρμανσης και της μετακίνησης. Με πλαφόν στα περιθώρια κέρδους και φορολόγηση των υπερκερδών στην ενέργεια. Με πραγματική ενίσχυση των μισθών, των συντάξεων, της δημόσιας Υγείας και της Παιδείας. Με υποστήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που ασφυκτιούν από το ενεργειακό κόστος και τα συσσωρευμένα χρέη.
Η διαφορά ανάμεσα στην κοινωνική πολιτική και στο προεκλογικό αντίδωρο βρίσκεται στη διάρκεια, στη διαφάνεια και στον χρόνο. Η κοινωνική πολιτική εφαρμόζεται όταν υπάρχει η ανάγκη, έχει σταθερούς κανόνες και δικαιούχους και εντάσσεται σε έναν δημοκρατικά ελεγχόμενο σχεδιασμό. Το αντίδωρο εμφανίζεται λίγο πριν από την κάλπη. Υποχρέωση μίας δημοκρατικής πολιτείας είναι η στήριξη των πολλών και αυτή η ώρα έχει ήδη φτάσει.
Ο κ. Τόσκας είναι μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της ΕΛΑΣ, φαρμακοποιός, καθηγητής ΔΕ και κριτικός κινηματογράφου
Εφημερίδα Απογευματινή










