Σε μια κρίσιμη διαπραγμάτευση για το ενεργειακό κόστος και τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων εξελίσσεται η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, με την Αθήνα να ζητά μεγαλύτερα περιθώρια δημοσιονομικών παρεμβάσεων και τις χώρες του Βορρά να επιμένουν στην αυστηρή εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων. Οι διαφωνίες αποτυπώνουν το χάσμα μεταξύ των κρατών-μελών ως προς την έκταση και τον τρόπο αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αυξημένες τιμές απειλούν να εντείνουν τις πιέσεις στην οικονομία και στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, με αιχμές για την έως τώρα αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προϊδεάζουν για το δύσκολο κλίμα των συζητήσεων. «Καμία χώρα δεν είναι σήμερα ένα απομονωμένο “γαλατικό χωριό”, το οποίο μπορεί να μείνει τελείως προστατευμένο από αυτή την παγκόσμια καταιγίδα», υπογράμμισε, στέλνοντας μήνυμα ότι οι επιπτώσεις της κρίσης απαιτούν συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός έκρινε ανεπαρκείς τις συστάσεις για περιορισμό της κατανάλωσης ενέργειας, επισημαίνοντας ότι «δεν αρκούν οι απλές εκκλήσεις να σβήνουμε τα φώτα ή να καταναλώνουμε λιγότερη βενζίνη». Η Αθήνα ζητά, συνεπώς, να περάσει η συζήτηση από τις γενικές προτροπές σε συγκεκριμένα μέτρα οικονομικής ανακούφισης.
Το ελληνικό αίτημα για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία
Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει συμμαχίες με χώρες της Νότιας και της Κεντρικής Ευρώπης, οι οποίες αντιμετωπίζουν αντίστοιχες πιέσεις από την άνοδο του ενεργειακού κόστους. Απέναντί τους βρίσκονται κυβερνήσεις που δίνουν προτεραιότητα στη δημοσιονομική πειθαρχία και εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε αλλαγές στους ισχύοντες κανόνες.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη απευθυνθεί με επιστολή στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ζητώντας τη δυνατότητα υπέρβασης των υφιστάμενων ορίων δαπανών ή την αξιοποίηση των πρόσθετων εσόδων από τον ΦΠΑ στα καύσιμα για τη χρηματοδότηση νέων παρεμβάσεων.
Παράλληλα, η Αθήνα εξετάζει τη δυνατότητα αξιοποίησης μέρους του 1 δισ. ευρώ που συνδέεται με τη ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια, προκειμένου να ενισχυθούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η εναλλακτική αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια να εξασφαλιστούν πρόσθετοι πόροι χωρίς να απαιτηθεί άμεσα συνολική αναθεώρηση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων.
Η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει ότι η επίτευξη συμφωνίας δεν θα είναι εύκολη. «Δεν είμαστε ούτε αισιόδοξοι ούτε απαισιόδοξοι», αναφέρει αρμόδιο κυβερνητικό στέλεχος, περιγράφοντας μια δύσκολη διαπραγμάτευση.







