Όλο και πιο επώδυνη για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις γίνεται η κατάσταση στο μέτωπο της ενεργειακής ακρίβειας μετά και τη νέα εκτίναξη των διεθνών τιμών στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, με την κυβέρνηση να ανακοινώνει εντός της εβδομάδας την παράταση των επιδοτήσεων για το πετρέλαιο θέρμανσης, το πετρέλαιο κίνησης και τη βενζίνη και για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου.
Η παράταση των μέτρων κρίνεται πολιτικά και οικονομικά επιβεβλημένη σε αυτήν τη συγκυρία, καθώς οι διεθνείς τιμές όχι μόνο δεν έχουν υποχωρήσει στο ελάχιστο, αλλά αντίθετα το πετρέλαιο μπρεντ «ίπταται» πλέον πάνω από τα 115-116 δολάρια το βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο, που εκτός από καύσιμο θέρμανσης χρησιμοποιείται και στην ηλεκτροπαραγωγή, επιστρέφει στα επίπεδα της κρίσης του 2022 με τιμές στα 95-96 ευρώ η μεγαβατώρα, έχοντας κάνει άλμα πάνω από 200% σε σχέση με έναν χρόνο πριν και 114% τους τελευταίους έξι μήνες.
ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ
Μέχρι και τις 31 Οκτωβρίου, οπότε κλείνει ο πρώτος κύκλος τής ανά δεκαπενθήμερο επανεξέτασης των μέτρων, η συνολική επιδότηση στο πετρέλαιο θέρμανσης ανέρχεται σε 40 λεπτά το λίτρο, με 20 λεπτά από το κράτος και 20 λεπτά από τα διυλιστήρια. Στο ντίζελ κίνησης η ενίσχυση φτάνει τα 20 λεπτά ανά λίτρο, εκ των οποίων τα 15 λεπτά καλύπτει το Δημόσιο και τα υπόλοιπα 5 λεπτά τα διυλιστήρια. Για την απλή αμόλυβδη βενζίνη η επιδότηση διαμορφώνεται σε 10 λεπτά το λίτρο και χρηματοδοτείται πλέον εξ ολοκλήρου από το κράτος, καθώς τα διυλιστήρια αποσύρθηκαν από την επιδότηση για να μειώσουν τις τιμές στο πετρέλαιο θέρμανσης.
- >115 $/βαρέλι το πετρέλαιο μπρεντ
- >95 €/MWh το φυσικό αέριο (ετήσια αύξηση 200%)
- 0,40 €/lt η συνολική επιδότηση στο πετρέλαιο θέρμανσης
- 0,20 €/lt στο ντίζελ κίνησης
- 0,10 €/lt στην απλή αμόλυβδη βενζίνη
Το δημοσιονομικό κόστος των παρεμβάσεων υπολογίζεται σε περίπου 46-48 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο των 200+200 εκατ. ευρώ, που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση έως το τέλος του έτους και για το πρώτο τρίμηνο του 2027, προσφέρει δυνατότητα συνέχισης της στήριξης. Ωστόσο, η διάρκεια της κρίσης και το ύψος των τιμών θα καθορίσουν αν οι υφιστάμενες παρεμβάσεις επαρκούν ή θα χρειαστούν πρόσθετα μέτρα.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αντλία ή στον λογαριασμό θέρμανσης. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους επιβαρύνει τις μεταφορές, την εφοδιαστική αλυσίδα, τη βιομηχανία και τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Αν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν, μέρος του πρόσθετου κόστους θα μετακυλιστεί στις τελικές τιμές, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και πιέζοντας τα περιθώρια κέρδους ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Κρίσιμο ζητούμενο για την Αθήνα είναι η εξασφάλιση πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου από τις Βρυξέλλες. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει να αξιοποιήσει 300-400 εκατ. ευρώ από το 1 δισ. ευρώ που προβλέπεται για ενεργειακές υποδομές, μέσω μεγαλύτερης ευελιξίας στη χρήση των κονδυλίων της ενεργειακής ρήτρας διαφυγής, ώστε να χρηματοδοτήσει στοχευμένα μέτρα στήριξης ευάλωτων νοικοκυριών.
Η Κομισιόν εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στο αίτημα, με την κυβέρνηση να αναζητεί συμμαχίες για να εξασφαλίσει ευνοϊκότερη αντιμετώπιση. Εφόσον η κατάσταση στις αγορές επιδεινωθεί, στο τραπέζι βρίσκονται μεταξύ άλλων και η επαναφορά του «Fuel Pass», η κάλυψη μέρους των αυξήσεων σε ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο, η στήριξη των ακτοπλοϊκών μεταφορών και η εφαρμογή τηλεργασίας στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όπου είναι εφικτό.
Οι επόμενες εβδομάδες θεωρούνται καθοριστικές ως προς τη δυνατότητα της χώρας μας να κερδίσει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο. Στις 29 Οκτωβρίου συνεδριάζει το Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας, όπου πάντως η στήριξη των πολιτών είναι δεύτερο θέμα στην ατζέντα και δεν αναμένονται αποφάσεις, στις 9 Νοεμβρίου ακολουθεί το Eurogroup, ενώ πιο κρίσιμες είναι οι συναντήσεις των Ευρωπαίων ηγετών στις 13 και στις 26-27 Νοεμβρίου. Η έκβαση των συζητήσεων θα επηρεάσει το εύρος των πρόσθετων παρεμβάσεων που μπορεί να ενεργοποιήσει η κυβέρνηση.
«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΠΑΓΙΑΣΟΥΜΕ;»
Την ανάγκη να επιταχυνθούν οι ευρωπαϊκές αποφάσεις για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης ανέδειξε από το βήμα της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο ο ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Γιώργος Αυτιάς απευθυνόμενος στον επίτροπο Προϋπολογισμού, Πιοτρ Σεραφίν, κατά τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό της ΕΕ του 2027. «Πρέπει να ξεπαγιάσουν οι Ευρωπαίοι για να πάρει απόφαση η Επιτροπή ή η Κομισιόν για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία;», διερωτήθηκε, ζητώντας από τα κράτη-μέλη να αποκτήσουν άμεσα μεγαλύτερα περιθώρια παρέμβασης για τη στήριξη των κοινωνιών τους απέναντι στην ενεργειακή επιβάρυνση.
Ο Έλληνας ευρωβουλευτής επικαλέστηκε την πρόοδο που, όπως ανέφερε, έχει σημειώσει η Ελλάδα στην Κομισιόν καθώς και τις αντίστοιχες κινήσεις της Ιταλίας και της Πορτογαλίας. «Να βοηθήσουμε τις χώρες και τους λαούς», τόνισε, περιγράφοντας την κατάσταση ως «απόλυτη παγκόσμια οικονομική καταιγίδα», με την Ευρώπη να δέχεται ισχυρές πιέσεις.
Το αίτημα για δημοσιονομική ευελιξία μέσω ρητρών διαφυγής ώστε τα έξοδα να μην επιβαρύνουν το έλλειμμα συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις χωρίς να εκτροχιάσουν τους προϋπολογισμούς τους. Για την Ελλάδα, που είναι μία από τις λίγες πλεονασματικές χώρες, ενώ εισπράττει σημαντικά έσοδα από τον «ΦΠΑ της ακρίβειας», τα οποία ζητά να επιστρέψει πίσω στους καταναλωτές, το διακύβευμα είναι διπλό: να συγκρατήσει τις άμεσες επιβαρύνσεις από τα καύσιμα και τη θέρμανση και να ανακόψει τη μετάδοση της ενεργειακής ακρίβειας στην οικονομία. Αν η κρίση παραταθεί, η αποτελεσματικότητα των μέτρων και η εξασφάλιση νέων πόρων θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το ύψος του λογαριασμού που θα κληθούν να πληρώσουν οι καταναλωτές.
Εφημερίδα Απογευματινή









