ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Θ. ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ*
Η πορεία της Τουρκίας τις τελευταίες δύο δεκαετίες μπορεί να ιδωθεί ως μια σταδιακή διολίσθηση από τη φιλοδοξία περιφερειακής ισχύος σε έναν παρακμιακό ρόλο, που προκαλεί ανησυχία και αβεβαιότητα. Η εξέλιξη αυτή δεν υπήρξε στιγμιαία, αλλά αρθρώνεται σε τρεις διακριτές χρονικά φάσεις, που θυμίζουν πράξεις τραγωδίας.
Ο όρος «τραγωδία σε τρεις πράξεις» αποτυπώνει εύστοχα αυτή τη μετάβαση: από την αμφισβητούμενη αξιοπιστία, στην ενεργή αποσταθεροποίηση, και τελικά στην πρόσληψη της Τουρκίας ως στρατηγικής απειλής. Η πορεία αυτή από το 2005 έως σήμερα μπορεί να ερμηνευθεί ως μια διαδικασία σταδιακής απομάκρυνσής της από τη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας και μετασχηματισμού της σε παράγοντα αβεβαιότητας, μπορεί δε να χαρακτηριστεί ως μια βαθμηδόν άστοχη μετατόπιση από τη δυτική και ευρωπαϊκή ενσωμάτωση προς έναν πιο αυτόνομο -και ενίοτε συγκρουσιακό- γεωπολιτικό ρόλο. Η πορεία της Τουρκίας από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 έως σήμερα συνιστά ουσιαστικά μια σύνθετη γεωπολιτική μετάβαση: από ενταξιακός εταίρος της Δύσης σε αμφιλεγόμενο και τελικώς επικίνδυνο συγκρουσιακό δρώντα. Παρακάτω αναλύουμε ειδικότερα τις τρεις πράξεις του δράματος.
Πράξη πρώτη (2005-2015): Ο αποδιοπομπαίος σύμμαχος
Κατά την πρώτη περίοδο, το ΝΑΤΟ αντιμετώπιζε την Τουρκία ως έναν δύσκολο, αλλά αναγκαίο εταίρο. Η Αγκυρα διατηρούσε ακόμη δεσμούς με τη Δύση, ενώ προωθούσε παράλληλα μια πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική. Η επιδίωξη ένταξης στην Ε.Ε. συνυπήρχε με αυξανόμενες εντάσεις στο εσωτερικό και με επιλεκτική συμμόρφωση στις συμμαχικές υποχρεώσεις. Η διπλή στάση καλλιέργησε δυσπιστία: η Τουρκία δεν είχε ακόμη αποκοπεί από το δυτικό στρατόπεδο, αλλά δεν θεωρούνταν και πλήρως προβλέψιμη. Ηταν ένας σύμμαχος που προκαλούσε αμηχανία, όχι όμως φόβο.
Κατά την περίοδο αυτή, η Τουρκία παρέμενε πράγματι θεσμικά ενταγμένη στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας ως μέλος του ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε σχετικά ενεργή ενταξιακή πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ενωση ως υποψήφια προς ένταξη, καθώς η χώρα βρισκόταν σε διαδικασία μεταρρυθμίσεων, αν και με σημαντικές ελλείψεις στο κράτος Δικαίου (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Progress Reports 2005-2013, https://ec.europa.eu/neighbourhood-enlargement/turkeyreport-2013_en).
Ωστόσο, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 παρατηρείται απόκλιση. Η εφαρμογή της νέας τακτικής «στρατηγικού βάθους» από τον Αχμέτ Νταβούτογλου εισήγαγε μια πιο πολυδιάστατη πολιτική και ενίσχυσε την αυτονομία της εξωτερικής πολιτικής, με άνοιγμα προς τη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια. Παράλληλα, η επιδείνωση των σχέσεων με το Ισραήλ μετά το επεισόδιο του «Mavi Marmara» (2010) αποτέλεσε σημείο καμπής και σηματοδότησε ιδιαίτερη κρίση στις σχέσεις με το Ισραήλ, ενώ παράλληλα η σταδιακή εσωτερική αυταρχικοποίηση (βλ. Freedom House Reports, 2013-2015) δημιούργησε επιφυλάξεις στους Δυτικούς εταίρους.
Αν και η Τουρκία συμμετείχε σε ΝΑΤΟϊκές αποστολές, η επιλεκτική της στάση και η αυξανόμενη εσωτερική αυταρχικότητα δημιούργησαν αμφιβολίες για τη στρατηγική της κατεύθυνση (βλ. αναλύσεις Brookings Institution, Council on Foreign Relations). Παρά αυτή τη συμμετοχή σε αποστολές του ΝΑΤΟ (π.χ. ISAF στο Αφγανιστάν), η Τουρκία θεωρούνταν συγκεκριμένα ως «increasingly “selective ally”» (Council on Foreign Relations, https://www.cfr.org/backgrounder/turkey-middle-east).
Η πρώτη πράξη-φάση χαρακτηρίζεται από ασάφεια.
Πράξη δεύτερη (2015-2025): Ο παράγοντας αστάθειας
Η δεύτερη περίοδος σηματοδοτεί μια σαφή επιδείνωση. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, η Τουρκία υιοθέτησε πιο επιθετική και αναθεωρητική στάση. Το αποτυχημένο πραξικόπημα οδήγησε σε ραγδαία επακόλουθη συγκέντρωση εξουσίας υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και οι εξελίξεις επιτάχυναν τον μετασχηματισμό του πολιτεύματος και της εξωτερικής πολιτικής. Το πολιτικό σύστημα μετασχηματίστηκε προς ένα προεδρικό μοντέλο με αυξημένη συγκέντρωση εξουσίας [βλ. Venice Commission, 2017, https://www.venice.coe.int/webforms/documents/?pdf=CDL-AD (2017) 005-e].
Οι στρατιωτικές επεμβάσεις στη Συρία, οι εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και η εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών ενίσχυσαν την εικόνα μιας χώρας που λειτουργεί ως αποσταθεροποιητικός παράγοντας. Συγκεκριμένα, η Τουρκία προχώρησε σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία (Operations Euphrates Shield, Olive Branch, πηγές: U.S. Department of Defense reports), ενώ ενέτεινε τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, συγκρουόμενη με Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία.
Το αποκορύφωμα αυτής της φάσης ήταν η αγορά των ρωσικών συστημάτων S-400, μια κίνηση η οποία έθεσε ευθέως υπό αμφισβήτηση τη συνοχή της Συμμαχίας. Η συνεργασία με τη Ρωσία σε στρατηγικό επίπεδο προκάλεσε σοβαρές ρήξεις, χαρακτηρίζοντας την Τουρκία ως «major instability factor».
Καθοριστική ήταν αυτή η απόφαση προμήθειας του συστήματος S-400 από τη Ρωσία, συγκεκριμένα το 2017, η οποία οδήγησε σε σοβαρότατες κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA από τις Ηνωμένες Πολιτείες και στον οριστικό για το μέλλον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα των αεροσκαφών F-35, καθώς η απόφασή της αυτή παραβίασε τη διαλειτουργικότητα του ΝΑΤΟ (πηγές: U.S. Department of Defense, Congressional Research Service, https://www.state.gov/caatsa-sanctions-on-turkey).
Σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, η Τουρκία υιοθέτησε πιο επιθετική στάση και στην περιοχή μας. Ειδικότερα παρατηρούμε:
•Ενταση με Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία για ΑΟΖ και ενεργειακούς πόρους (European Council Conclusions, 2019-2020, https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2020/12/11/european-council-conclusions/).
•Κρίση στον Εβρο (2020) με εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών, η οποία ενίσχυσε την εικόνα μιας χώρας που χρησιμοποιεί ασύμμετρα και υβριδικά μέσα πίεσης.
Σε αυτό το στάδιο, η Τουρκία δεν ήταν απλώς αναξιόπιστη· είχε μετατραπεί σε πηγή κινδύνου για τη συνοχή και την ασφάλεια της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, παύει δε να είναι ένας απλός «προβληματικός και δύσκολος σύμμαχος» και μετουσιώνεται σε «επικίνδυνο και ενεργό αποσταθεροποιητικό παράγοντα». Η δεύτερη πράξη-φάση χαρακτηρίζεται από σαφή ρήξη.
Πράξη τρίτη (2025-σήμερα): Η αντίληψη υπαρξιακής απειλής
Στην τρέχουσα περίοδο η εικόνα της Τουρκίας έχει επιβαρυνθεί έτι περαιτέρω. Ορισμένες αναλύσεις προχωρούν περισσότερο και η Τουρκία δεν θεωρείται πλέον μόνο αποσταθεροποιητικός παράγοντας, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις αντιμετωπίζεται ως δυνητική στρατηγική, ακόμα και ως υπαρξιακή απειλή σε συγκεκριμένα περιφερειακά πλαίσια. Ιδιαίτερα το Ισραήλ παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία τις εξελίξεις, καθώς οι γεωπολιτικές συγκρούσεις στην Ανατολική Μεσόγειο εντείνονται.
Το ζήτημα της Κύπρου επανέρχεται στο προσκήνιο με νέα δυναμική. Η συνεχιζόμενη παρουσία τουρκικών δυνάμεων στο βόρειο τμήμα του νησιού και η επιθετική ρητορική δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου δεν αποκλείονται πιο δραστικές αντιδράσεις από τρίτους δρώντες και ειδικά της τριπλής συνεργασίας Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας. Η Τουρκία φαίνεται πλέον να κινείται εκτός του πλαισίου ισορροπίας που χαρακτήριζε παλαιότερα τη θέση της, καθώς η ενίσχυση των σχέσεών της με μη Δυτικούς δρώντες και η επιθετική ρητορική συντηρούν υψηλό επίπεδο έντασης, που δικαιολογεί και εκλογικεύει πλέον στο διεθνές επίπεδο την ανάληψη δυναμικής δράσης.
Ιδιαίτερα το Ισραήλ, εν μέσω ευρύτερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και στο πλαίσιο ενεργειακών και αμυντικών συνεργασιών με Ελλάδα και Κύπρο, επαναξιολογεί τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και ειδικά την τουρκική στάση, αν και δεν υπάρχουν δημόσια επιβεβαιωμένα στοιχεία για άμεση στρατιωτική πρόθεση έναντι της Τουρκίας. Σχετικές εκτιμήσεις προέρχονται κυρίως από δεξαμενές σκέψης, όπως το Institute for National Security Studies (INSS) και το Carnegie Endowment for International Peace.
Οι αναλύσεις του Institute for National Security Studies (INSS) επισημαίνουν αυξανόμενη στρατηγική καχυποψία (https://www.inss.org.il/publication/strategic-assessment/).
Παράλληλα, εκθέσεις του Carnegie Endowment for International Peace υπογραμμίζουν τη «στρατηγική αυτονομία» της Τουρκίας ως διττό φαινόμενο: τόσο προσπάθεια επίδειξης ισχύος όσο και πηγή απομόνωσης (https://carnegieendowment.org).
Στην τρέχουσα φάση, η αντίληψη για την Τουρκία επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο σε ορισμένα αναλυτικά και στρατηγικά πλαίσια. Η συνεχιζόμενη παράνομη στρατιωτική παρουσία στη βόρεια Κύπρο, σε συνδυασμό με τη ρητορική περί «γαλάζιας πατρίδας», ενισχύει τις ανησυχίες. Παράλληλα παράγοντες ανησυχίας αποτελούν:
•η διατήρηση ισορροπιών Τουρκίας μεταξύ Δύσης και Ρωσίας (π.χ. ενεργειακές συμφωνίες, πυρηνικός σταθμός Akkuyu),
•η εμπλοκή σε πολλαπλά μέτωπα (Λιβύη, Καύκασος),
•η προσπάθεια στρατηγικής αυτονομίας στην αμυντική βιομηχανία,
•η αντιμετώπιση της εσωτερικής της αντιπολίτευσης με ποινικές και όχι πολιτικές διαδικασίες, που δημιουργούν την εικόνα μιας δύναμης που δρα αφ’ ενός εκτός κράτους Δικαίου και αφ’ ετέρου εκτός παραδοσιακών συμμαχικών πλαισίων,
•η υποστήριξη (ρητορικά και ουσιαστικά) στη «Χαμάς», εν μέρει στη «Χεζμπολάχ» και τη «Μουσουλμανική Αδελφότητα»,
•η προσπάθεια ανάληψης ρυθμιστικού ρόλου στα ζητήματα των απανταχού μουσουλμάνων, τη στιγμή κατά την οποία ο πνευματικός και θρησκευτικός ηγέτης των απανταχού μουσουλμάνων είναι πρωτίστως το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, που φιλοξενεί και τις δύο ιερές πόλεις του Ισλάμ.
Η τρίτη πράξη χαρακτηρίζεται από την πλήρη απαξίωση της Τουρκίας και την ανάδειξή της ως μιας σημαντικής απειλής προς άμεση αντιμετώπιση.
Επίλογος: Η δομή της «τραγωδίας»
Η «τραγωδία» της Τουρκίας συνίσταται όχι σε μια γραμμική παρακμή, αλλά σε μια μετάβαση από τη συνεργασία στην αμφισβήτηση και τελικά στην καχυποψία. Οι επιλογές στρατηγικής αυτονομίας, χωρίς αντίστοιχη θεσμική ισορροπία, οδήγησαν σε απώλεια εμπιστοσύνης.
Η «τραγωδία» αυτή είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επηρέασαν την εμπιστοσύνη των συμμάχων και την περιφερειακή σταθερότητα. Από αναγκαίος εταίρος η Τουρκία μετατράπηκε σε αμφιλεγόμενο δρώντα και, σε ορισμένα σενάρια, σε σημαντική απειλή.
Η τουρκική πορεία συνιστά μιαν ατυχή προσπάθεια για μετασχηματισμό από τον ρόλο της ως αξιόπιστου συμμάχου. Η χώρα μετακινήθηκε αποτυχημένα προς έναν ρόλο αυξημένης αυτονομίας, με βλέψεις περιφερειακού παράγοντα οι οποίες διαψεύσθηκαν και που συνοδεύεται πλέον οριστικά από μειωμένη εμπιστοσύνη, εκ μέρους συμμάχων και γειτόνων.
Η σταδιακή απομάκρυνση από τη συνεργασία και η υιοθέτηση μιας πολιτικής ισχύος χωρίς επαρκή θεσμικά αντίβαρα και χωρίς ουσιαστικές οικονομικές, διπλωματικές και πολιτικές προϋποθέσεις οδήγησαν σε απομόνωση και καχυποψία.
Η Τουρκία έτσι σταδιακά από πολύτιμος σύμμαχος εξελίχθηκε πρώτα σε προβληματικό εταίρο, έπειτα σε πηγή αστάθειας και σήμερα πλέον, για ορισμένους, σε σημαντική στρατηγική απειλή.
Η μελλοντική εξέλιξη θα εξαρτηθεί από το αν θα υπάρξει αναπροσαρμογή στρατηγικής ή περαιτέρω όξυνση.
Οπως σε κάθε τραγωδία, η υπέρβαση ορίων (ύβρις) οδηγεί σε αντίδραση του συστήματος (νέμεση), αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα της τελικής έκβασης. Το συγκεκριμένο ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η τρίτη πράξη θα οδηγήσει σε κάθαρση ή κλιμάκωση.
Υπάρχει βέβαια πάντα ο «Από Μηχανής Θεός» που στην αρχαία τραγωδία δίνει την οριστική δυναμική λύση κάθαρσης. Θα υπάρξει αυτή η κάθαρση -μια επιστροφή σε ισορροπία- ή η τραγωδία θα οδηγηθεί σε ακόμη πιο δραματική κορύφωση, με επιδείνωση των γεωπολιτικών, γεωοικονομικών, ακόμα και μείωση των εδαφικών οριζουσών της Τουρκίας;
Την πιθανή δραματική επιδείνωση θα αναλύσουμε διεξοδικότερα σε επόμενο σημείωμά μας, ευχόμενοι επί του παρόντος για την κάθαρση διά του «Από Μηχανής Θεού», όποιος και αν είναι τελικά αυτός…
Υποψήφιος διδάκτωρ Υβριδικών Απειλών και Επιχειρήσεων.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»










