Σε μια εκτενή και ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση, ο πρώην πρωθυπουργός της Ρουμανίας Βίκτορ Πόντα εξαπολύει σφοδρή κριτική κατά της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι, κάνοντας λόγο για «συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα», επιλεκτικές διώξεις και εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης με στόχο την προσωπική της ανέλιξη. Η παρέμβασή του δεν περιορίζεται σε μια γενική πολιτική τοποθέτηση, αλλά αποκτά βαρύνουσα σημασία λόγω της προσωπικής του εμπλοκής, καθώς υπήρξε ο άνθρωπος που την τοποθέτησε το 2013 στην ηγεσία της Εθνικής Διεύθυνσης Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Ρουμανίας.
Ο ίδιος περιγράφει μια πορεία που από θεσμική συνεργασία εξελίχθηκε γρήγορα σε ανοιχτή σύγκρουση. Μέσα σε λίγους μήνες από τον διορισμό της, όπως υποστηρίζει, βρέθηκε στο επίκεντρο ερευνών και διώξεων, οι οποίες –κατά τον ίδιο– κατέρρευσαν πλήρως το 2018, με την οριστική του αθώωση. Η περίοδος αυτή, σύμφωνα με τον Πόντα, αποτέλεσε μια τετραετία έντονης πολιτικής και προσωπικής φθοράς, με σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για τη συνολική λειτουργία του πολιτικού συστήματος στη Ρουμανία.
Ο πρώην πρωθυπουργός περιγράφει με λεπτομέρειες τον τρόπο με τον οποίο –όπως ισχυρίζεται– στήνονταν οι υποθέσεις. Μιλά για εντυπωσιακές κατηγορίες που διοχετεύονταν στη δημόσια σφαίρα, για εκτεταμένη χρήση των μέσων ενημέρωσης και για μια διαδικασία που οδηγούσε τελικά σε δικαστική αποδόμηση των κατηγοριών. Κατά την εκτίμησή του, το μοτίβο αυτό δεν περιορίστηκε στη δική του περίπτωση, αλλά επαναλήφθηκε σε σειρά πολιτικών και επιχειρηματιών, οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με βαριές κατηγορίες χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
Στο επίκεντρο της κριτικής του βρίσκεται η λειτουργία ενός –όπως τον χαρακτηρίζει– κλειστού πυρήνα εισαγγελέων, οι οποίοι φέρονται να ενεργούσαν με συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο Πόντα κάνει λόγο για μια ομάδα περιορισμένου αριθμού προσώπων που εκτελούσαν στοχευμένες ενέργειες, ενώ σημειώνει ότι αρκετοί εξ αυτών βρέθηκαν αργότερα σε θέσεις ευθύνης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι πρακτικές αυτές αμφισβητήθηκαν και δικαστικά, γεγονός που, κατά τον ίδιο, ενισχύει την άποψη περί κατάχρησης εξουσίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο πρώην πρωθυπουργός στο αφήγημα που, όπως λέει, στήριξε την ευρωπαϊκή καριέρα της Κοβέσι. Υποστηρίζει ότι οικοδόμησε την εικόνα της πάνω στην παρουσίαση των χωρών της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης ως συστημικά διεφθαρμένων, προβάλλοντας τον εαυτό της ως τη βασική δύναμη κάθαρσης. Κατά τον ίδιο, αυτή η στρατηγική βρήκε πρόσφορο έδαφος σε πολιτικά κέντρα όπως οι Βρυξέλλες, το Παρίσι και το Βερολίνο, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανέλιξή της.
Την ίδια στιγμή, ο Πόντα εγείρει ζήτημα επιλεκτικότητας στη δράση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Υποστηρίζει ότι το ενδιαφέρον της επικεντρώνεται κυρίως σε χώρες όπως η Ρουμανία και η Ελλάδα, αφήνοντας στο περιθώριο μεγάλα και ισχυρά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιλογή αυτή, κατά τον ίδιο, δεν είναι τυχαία, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική που εξυπηρετεί πολιτικούς και επικοινωνιακούς στόχους.
Στο πλαίσιο αυτό, ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται εκτενώς και στην ελληνική πραγματικότητα, με αφορμή τις έρευνες που σχετίζονται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Εκφράζει την ανησυχία ότι η Ελλάδα ενδέχεται να λειτουργεί ως «πεδίο επίδειξης», όπου οι υποθέσεις αποκτούν πολιτική διάσταση πριν ακόμη ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση. Προειδοποιεί μάλιστα ότι η παρατεταμένη δημοσιότητα και η διαρροή ονομάτων μπορεί να δημιουργήσουν ένα κλίμα πολιτικής αστάθειας και θεσμικής αβεβαιότητας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχει ο κίνδυνος η χώρα να μετατραπεί σε «αποδιοπομπαίο τράγο», επαναλαμβάνοντας το μοντέλο που –κατά την άποψή του– εφαρμόστηκε στη Ρουμανία την προηγούμενη δεκαετία. Ο Πόντα επιμένει ότι τέτοιου είδους πρακτικές δεν πλήττουν μόνο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, αλλά έχουν ευρύτερες συνέπειες για την οικονομία, τις επενδύσεις και τη διεθνή εικόνα μιας χώρας.
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο της παρέμβασής του αφορά τα κίνητρα της Λάουρα Κοβέσι. Ο πρώην πρωθυπουργός εκτιμά ότι η θητεία της σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο, με τελικό στόχο την επιστροφή της στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Ρουμανίας. Θεωρεί ότι η διατήρηση μιας ισχυρής εικόνας ως αδιάλλακτης διώκτριας της διαφθοράς μπορεί να μεταφραστεί σε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο.
Η κριτική του δεν περιορίζεται σε προσωπικές αιχμές, αλλά επεκτείνεται σε μια ευρύτερη θεσμική προβληματική. Ο Πόντα θέτει ζήτημα ορίων μεταξύ Δικαιοσύνης και πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι η σύγχυση των δύο αυτών πεδίων ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατική λειτουργία. Επισημαίνει ότι οι δικαστικές διαδικασίες οφείλουν να στηρίζονται σε στέρεα αποδεικτικά στοιχεία και όχι σε επικοινωνιακές εντυπώσεις, ενώ τονίζει ότι η δημόσια στοχοποίηση χωρίς τεκμηρίωση μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες βλάβες.
Πολιτική διαδρομή
Η πολιτική διαδρομή του ίδιου του Πόντα ενισχύει το βάρος των παρεμβάσεών του. Γεννημένος το 1972 στο Βουκουρέστι, αποτέλεσε μια από τις πιο ισχυρές προσωπικότητες της ρουμανικής πολιτικής σκηνής, διατελώντας πρωθυπουργός από το 2012 έως το 2015 και ηγούμενος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Η θητεία του σημαδεύτηκε από έντονες πολιτικές συγκρούσεις, αλλά και από την παραίτησή του μετά την τραγωδία στο νυχτερινό κέντρο Colectiv, που προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις.
Η δικαστική του περιπέτεια, που διήρκεσε αρκετά χρόνια, ολοκληρώθηκε το 2018 με την αθώωσή του από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρουμανίας. Ο ίδιος έχει επανειλημμένα αναφερθεί σε αυτή την περίοδο ως μια από τις πιο δύσκολες της ζωής του, κάνοντας λόγο για χρόνια πίεσης, απώλειας πολιτικής ισχύος και προσωπικής δοκιμασίας. Παρά τις δυσκολίες, επέστρεψε ενεργά στην πολιτική, συμμετέχοντας στις προεδρικές εκλογές του 2025 και επιχειρώντας να επανατοποθετηθεί στο πολιτικό σκηνικό.
Η σημερινή του παρέμβαση έρχεται σε μια συγκυρία όπου η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης σε αρκετές χώρες. Οι τοποθετήσεις του Πόντα, ανεξαρτήτως του πώς αξιολογούνται πολιτικά, αναδεικνύουν ένα κρίσιμο ζήτημα: τη λεπτή ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για καταπολέμηση της διαφθοράς και της διασφάλισης της θεσμικής ουδετερότητας και αξιοπιστίας της Δικαιοσύνης.










