Στην ανάγκη αντιμετώπισης της υποδηλωμένης και αδήλωτης εργασίας αναφέρεται σε ανάρτησή του ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, με αφορμή τη σημερινή ημέρα. Όπως επισημαίνει, μέχρι το 2019 η ελληνική αγορά εργασίας αντιμετώπιζε ένα διαχρονικό και δομικό ζήτημα, καθώς σημαντικό μέρος της απασχόλησης παρέμενε είτε υποδηλωμένο είτε αδήλωτο, με συνέπεια χαμηλές ή και ανύπαρκτες αποδοχές και έλλειψη ασφαλιστικής κάλυψης.
Ο ίδιος τονίζει ότι το πρόβλημα αυτό δεν είχε αντιμετωπιστεί ουσιαστικά από προηγούμενες κυβερνήσεις, γεγονός που, όπως σημειώνει, οδηγούσε εργαζόμενους κάθε ηλικίας σε έντονες διαμαρτυρίες για συνθήκες που υπονόμευαν βασικά εργασιακά δικαιώματα. Παράλληλα, επισημαίνει πως και οι εργοδότες εξέφραζαν δυσαρέσκεια, εξαιτίας του υψηλού φορολογικού και ασφαλιστικού κόστους που καθιστούσε τη νόμιμη εργασία ιδιαίτερα επιβαρυντική.
Οι παρεμβάσεις και τα αποτελέσματα
Σύμφωνα με τον υπουργό, η εισαγωγή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, σε συνδυασμό με τη μείωση φόρων και εισφορών, αποτέλεσε βασικό πυλώνα μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας. Όπως υπογραμμίζει, οι παρεμβάσεις αυτές συνέβαλαν στη σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια.
Μάλιστα, αναφέρει ότι από το 2019, όταν η Ελλάδα κατείχε μία από τις υψηλότερες θέσεις ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πλέον εμφανίζει χαμηλότερα ποσοστά σε σύγκριση με χώρες όπως η Ισπανία, η Σουηδία και η Φινλανδία. Παράλληλα, επικαλείται στοιχεία από το σύστημα «Εργάνη», σύμφωνα με τα οποία οι δηλωμένες υπερωρίες αυξήθηκαν θεαματικά, από 1,87 εκατομμύρια το 2021 σε 7,8 εκατομμύρια το 2025.
Τι σημαίνουν τα στοιχεία για τους εργαζόμενους
Ο Άκης Σκέρτσος εξηγεί ότι η αύξηση των καταγεγραμμένων υπερωριών αποτυπώνει μια ουσιαστική αλλαγή: η υπερεργασία πλέον δηλώνεται, αμείβεται και ασφαλίζεται κανονικά, όπως προβλέπει η νομοθεσία. Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι το φαινόμενο της αδήλωτης εργασίας δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως.
Όπως σημειώνει, έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς τον περιορισμό του φαινομένου εντός των επιχειρήσεων, ενώ η εφαρμογή των νέων μέτρων συνεχίζεται.
Η στόχευση της μεταρρύθμισης
Ο υπουργός χαρακτηρίζει τις αλλαγές αυτές ως φιλεργατικές αλλά και αναπτυξιακές, υποστηρίζοντας ότι συμβάλλουν τόσο στην προστασία των εργαζομένων όσο και στη μείωση των βαρών για τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, τονίζει ότι η πολιτική αυτή ενισχύει τον υγιή ανταγωνισμό, περιορίζοντας φαινόμενα φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής.
Καταλήγοντας, επισημαίνει ότι στόχος είναι η διαμόρφωση μιας αγοράς εργασίας που λειτουργεί με διαφάνεια και κανόνες, οδηγώντας σταδιακά την οικονομία σε έναν πιο σταθερό και «ενάρετο» κύκλο, όπου η συμμόρφωση με τη νομιμότητα αποτελεί τον βασικό κανόνα.









