Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, παρά τις πρωτοφανείς προκλήσεις των τελευταίων επτά χρόνων (πανδημία, ενεργειακή κρίση, μεταναστευτικές πιέσεις, πολέμους στην ευρύτερη περιοχή, διεθνή πληθωρισμό κ.ά.), κατάφερε να κρατήσει την Ελλάδα όρθια, κάνοντας πολλά βήματα μπροστά. Και αυτό δεν είναι πολιτικό σύνθημα. Είναι μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται στην οικονομία, στις διεθνείς σχέσεις της χώρας και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Τα πρόσφατα μέτρα στήριξης των ελληνικών νοικοκυριών αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πολιτικής που επιχειρεί να συνδυάσει τη δημοσιονομική υπευθυνότητα με την κοινωνική ευαισθησία. Η ενίσχυση των εισοδημάτων, οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, οι παρεμβάσεις για τη στέγαση, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και η αξιοποίηση των εσόδων από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, δείχνουν ότι η βελτίωση της οικονομίας μας δεν μένει μόνο στους δείκτες αλλά επιστρέφει στην κοινωνία.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι επίσης η προσπάθεια στήριξης του πρωτογενούς τομέα. Για εμάς ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, ο γεωργικός και κτηνοτροφικός κόσμος δεν αποτελεί απλώς έναν παραγωγικό κλάδο, αλλά βασικό πυλώνα κοινωνικής και οικονομικής συνοχής.
Η μείωση της φορολογίας σε συλλογικά παραγωγικά σχήματα, οι παρεμβάσεις στο αγροτικό ρεύμα, οι ενισχύσεις για ζωοτροφές, λιπάσματα και καύσιμα, προκειμένου να μειωθεί το κόστος παραγωγής, έχουν θετικό πρόσημο.
Βέβαια, ζητήματα όπως η λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ ασφαλώς προκαλούν προβληματισμό. Η ίδια όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είχε ποτέ ως προτεραιότητα την επισιτιστική ασφάλεια και την ενίσχυση του πραγματικού παραγωγού, επιβάλλοντας π.χ. επιδοτήσεις βοσκοτόπων χωρίς ζώα, ευνοώντας έτσι τις γνωστές στρεβλώσεις. Με τη μετάβαση του οργανισμού στην ΑΑΔΕ η κυβέρνηση επιχειρεί έναν αποτελεσματικό ψηφιακό εκσυγχρονισμό και δικαιότερους διασταυρωτικούς ελέγχους, ώστε να προστατευθούν τόσο οι πραγματικοί παραγωγοί όσο και το κύρος της χώρας.
Βέβαια, η συζήτηση για τις άρσεις ασυλίας βουλευτών και τις προτάσεις της αντιπολίτευσης για Προανακριτική στον ΟΠΕΚΕΠΕ και Εξεταστική στο θέμα των υποκλοπών προκαλεί σε κάθε περίπτωση σημαντικές πολιτικές αντιδράσεις. Όμως σε μια ώριμη δημοκρατία, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η τοξικότητα ούτε η μικροπολιτική εκμετάλλευση. Η συγκυρία απαιτεί σοβαρότητα και ωριμότητα πολιτικού διαλόγου, προς την κατεύθυνση μιας γενναίας συνταγματικής αναθεώρησης.
Η Νέα Δημοκρατία επενδύει στον υγιή πολιτικό διάλογο τόσο με την αντιπολίτευση όσο και στο εσωτερικό της. Το απόδειξε για ακόμη μία φορά στην πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας, από την οποία βγήκε πιο δυνατή, μέσα από μια εξαντλητική συζήτηση όπου τέθηκαν οι αγωνίες όλων μας για τις σημαντικές κοινωνικές προσδοκίες και τα μέτωπα που είναι ακόμη ανοιχτά. Οι πολίτες ζητούν βελτίωση της καθημερινότητάς τους και αποτελεσματικότερο κράτος. Και σωστά τα ζητούν. Γι’ αυτό όλοι μας βρισκόμαστε σε εγρήγορση και σε καθημερινή επαφή με την κοινωνία.
Αδιαμφισβήτητα όμως, η μεγάλη εικόνα δείχνει ότι η Ελλάδα του 2026 είναι πολύ πιο ισχυρή, πιο αξιόπιστη και πιο αισιόδοξη από την Ελλάδα του 2019.
Η επίσκεψη του πρωθυπουργού στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Ιορδανία, καθώς και η πρόσφατη παρουσία του προέδρου Μακρόν στην Αθήνα για την εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας – Γαλλίας, επιβεβαιώνουν ότι η χώρα μας αποτελεί πλέον έναν ισχυρό γεωπολιτικό παράγοντα στην Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα σήμερα δεν παρακολουθεί απλά τις εξελίξεις. Συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή τους. Και αυτό έχει άμεση επίδραση στην οικονομία, στις επενδύσεις, στην άμυνα, την ασφάλεια και τη διεθνή αξιοπιστία της πατρίδας μας. Είναι αποτέλεσμα της εδραιωμένης πολιτικής σταθερότητας και μιας κυβέρνησης που με συγκρότηση και σοβαρότητα, αψηφώντας τις δυσκολίες και το πολιτικό κόστος, συνεχίζει να βάζει πάνω απ’ όλα το εθνικό συμφέρον, την προοπτική της χώρας και την ευημερία των πολιτών της.
• Ο κ. Παπάς είναι βουλευτής ΝΔ Β’ Θεσσαλονίκης
Εφημερίδα Απογευματινή











