Την ανθεκτικότητα αλλά και την ανάγκη επικαιροποίησης του Συντάγματος του 1975 υπογράμμισε ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, Ευρυπίδης Στυλιανίδης, κατά την ομιλία του στη Βουλή στο πλαίσιο της συζήτησης για το χρονοδιάγραμμα της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Όπως ανέφερε, το ισχύον Σύνταγμα, παρότι αποτελεί προϊόν μιας διαφορετικής ιστορικής περιόδου, εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρο και να εκφράζει έναν διαχρονικό αξιακό κώδικα. Ωστόσο, τόνισε ότι απαιτείται προσαρμογή του στις σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις.
Οι νέες προκλήσεις για το Σύνταγμα
Ο κ. Στυλιανίδης αναφέρθηκε σε μια σειρά παραγόντων που, όπως είπε, καθιστούν αναγκαία τη θεσμική ανανέωση, μεταξύ των οποίων οι μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές ισορροπίες, η κλιματική αλλαγή, οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά και η διαμόρφωση παράλληλων και παρεμβατικών έννομων τάξεων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν νέα δεδομένα που απαιτούν θεσμικές πρωτοβουλίες και προσαρμογές του συνταγματικού πλαισίου.
«Κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία» η αναθεώρηση
Ο εισηγητής της ΝΔ χαρακτήρισε τη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης ως την κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία, επισημαίνοντας ότι σε αυτή δεν κυριαρχεί η αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, αλλά δοκιμάζεται η ωριμότητα του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του.
Όπως σημείωσε, πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί διάλογο, νηφαλιότητα και επιστημονικά τεκμηριωμένες προσεγγίσεις, με στόχο τη διαμόρφωση συναινέσεων.
«Ευκαιρία για νέο Πολιτειακό Χάρτη»
Ο κ. Στυλιανίδης υπογράμμισε ότι η παρούσα συγκυρία αποτελεί ευκαιρία για τον σχεδιασμό ενός νέου Πολιτειακού Χάρτη, αξιοποιώντας την εμπειρία των πρόσφατων κρίσεων.
Παράλληλα, κάλεσε τα πολιτικά κόμματα να υπερβούν μικροκομματικές αντιπαραθέσεις, τονίζοντας ότι η ιστορία έχει δείξει πως η αποτελεσματικότητα ενός Συντάγματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο εφαρμογής του.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ακόμη και τα πιο άρτια Συντάγματα μπορούν να αποτύχουν όταν εφαρμόζονται από αδιάφορους λειτουργούς, ενώ αντίθετα και ατελή θεσμικά κείμενα μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά όταν εφαρμόζονται με ευθύνη και συνέπεια.





